Κατ’ αρχάς, ας ξεκινήσουμε από τα εύκολα και τα προφανή. Για μια ακόμη σεζόν, παρότι υπήρξε μια μικρή αναλαμπή, ο Παναθηναϊκός μακριά από το ΟΑΚΑ είναι μια άλλη ομάδα από εκείνη που εμφανίζεται μπροστά στο κοινό του.

Μια ομάδα χωρίς την ίδια φλόγα, την ίδια σκληρότητα, την ίδια αυτοπεποίθηση και το ίδιο θάρρος. Δεν είναι τυχαίο ότι από τις επτά ομάδες που διεκδικούν πια θέση στην τετράδα, είναι εκείνη με τις λιγότερες νίκες έδρας: τρεις. Ακόμη και η -ισόβαθμή του πλέον- Χίμκι που δεν έχει τη βαριά φανέλα του, την εμπειρία του και το βάθος του, έχει ήδη φτάσει τις πέντε.

Αυτό σίγουρα κάτι δείχνει. Στην καλύτερη περίπτωση, ότι το «Νίκος Γκάλης» είναι τόσο δυνατή έδρα που τον αναβαθμίζει ως ομάδα και τον κάνει να φαίνεται καλύτερος απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα. Αν είναι έτσι, τότε τα πράγματα μπερδεύονται πολύ γιατί για να αποκτήσει πλεονέκτημα έδρας ενόψει play offs, δεν του φτάνει να νικάει μόνο στο σπίτι του. Κι αν δεν πάρει το πλεονέκτημα έδρας, θα πρέπει οπωσδήποτε να κάνει μία μεγάλη νίκη σε μια έδρα ομάδα τετράδας.

Το παιχνίδι με την Χίμκι κύλησε σα γάργαρο νεράκι για την ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα και ως τσουνάμι για αυτή του Πασκουάλ. Οι «πράσινοι» που υποτίθεται ότι πήγαιναν να παίξουν έναν «τελικό», όχι απλά δεν ακούμπησαν το ματς, αλλά σκόρπισαν και έναν επιπλέον προβληματισμό που δεν είχαν προκαλέσει με την, ως τώρα, συνολική ευρωπαϊκή τους εικόνα, η οποία ήταν σαφώς καλύτερη από την περσινή. Η εξέλιξη έπειθε πως πιο πιθανό ήταν η ρωσική ομάδα να καλύψει την διαφορά του πρώτου αγώνα (28 πόντοι), παρά να γυρίσει το ματς ο Παναθηναϊκός.

Αν με ρωτήσει κανείς, πού πιστεύω ότι κρίθηκε το ματς σε επίπεδο αγωνιστικό –τακτικής, θα απαντούσα χωρίς περιστροφές: στην «άμυνα με αλλαγές» που έπαιξε η Χίμκι. Μια άμυνα που ο Μπαρτζώκας έχει εμφανίσει ως σήμα κατατεθέν ως τεχνικός της Λοκομοτίβ Κουμπάν (με Σίνγκλετον και Ράντολφ), την οποία οδήγησε μέχρι το final4 του Βερολίνου. Η ικανότητα των ψηλών και των φόργουορντ του, να χαμηλώνουν και να μαρκάρουν περιφερειακούς (Τόμας, Γκιλ, Ρόμπινσον, Μόνια, Χάινεκατ, Αντερσον) έκοψε την συνήθως καλή πράσινη κυκλοφορία της μπάλας, εμπόδισε τον Καλάθη να δημιουργήσει και υποχρέωσε τον Παναθηναϊκό να σκέφτεται (άρα να χάνει χρόνο) πριν πασάρει ή διαβάσει. Κάπως έτσι ξεκίνησε η νευρικότητα, που έγινε πανικός και πολλά άστοχα σουτ.

Για να αντιμετωπίσεις μια τέτοια άμυνα, ειδικά εκτός έδρας, χρειάζεσαι ομοιογένεια, ταχύτητα σκέψης και εκτέλεσης. Ο Παναθηναϊκός δεν είχε τίποτα από αυτά. Γιατί;

(Πάντα κατά την άποψή μου) Τον μεγαλύτερο βαθμό ευθύνης (όχι όμως τον απόλυτο), στην συγκεκριμένη περίπτωση, τον φέρει ο προπονητής του, Τσάβι Πασκουάλ. Η ιδέα του να ξεκινήσει βάζοντας στην πεντάδα έναν παίκτη που δεν έχει δώσει με τους υπόλοιπους συμπαίκτες του, ούτε ένα ματς ελληνικού πρωταθλήματος, ήταν από ρίσκο ως ατυχής έμπνευση. Ακόμη κι αν επρόκειτο για τον Μάικ Τζέιμς, ο οποίος, αν μη τι άλλο, από τους υπόλοιπους τέσσερις, είχε πέρυσι συμπαίκτες τους τρεις (Καλάθη, Σίνγκετον, Γκιστ). Μόνο τον Θανάση συνάντησε φέτος. Την ίδια (και χειρότερη) λάθος εκτίμηση, την είχε κάνει και πέρυσι, όταν ξαφνικά ξεκίνησε τον Τζεντίλε (που μεταξύ μας δεν φτάνει ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Μάικ) και μάλιστα σε «καυτές» έδρες όπως το ΣΕΦ και την «Ulker Arena”. Αν το έκανε για να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο, απέτυχε παταγωδώς. Η πράξη έδειξε ότι περισσότερο αιφνιδίασε την δική του ομάδα, η οποία έκανε ένα άθλιο πρώτο ημίχρονο, μακριά από τα ψηλά στάνταρ που έχει βάλει φέτος. Και να φανταστείτε ότι στη “Μytishchi Arena” η ατμόσφαιρα δεν θα διέφερε πολύ αν στο παρκέ εμφανίζονταν τα μπαλέτα “Bolshoi”. Η πιο …ξέφρενη στιγμή της ήταν στο τρίποντο που έβαλε ο Γκιλ, από την σέντρα στην εκπνοή της τρίτης περιόδου, μετά τις δυο άστοχες βολές του Μήτογλου, που, αν έμπαιναν θα κατέβαζαν την διαφορά στους 12 πόντους. Αντ’ αυτού, ξαναπήγε στους 17. Βαθιά ψυχολογική μαχαιριά, αν υποθέσουμε ότι ο νωχελικός αυτός Παναθηναϊκός, ίσως τότε να άρχιζε να πιστεύει.

Δεν είναι σίγουρο ότι η παρουσία του Τζέιμς ήταν η αποκλειστική αιτία που ο τρομερός φέτος Νικ Καλάθης έκανε την χειρότερή του εμφάνιση και ο Νίκος Παππάς έμοιαζε απογοητευμένος. Αλλά είναι μια πιθανή εξήγηση. Το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα είναι ότι αυτός που έδειξε να έχει λίγο σφυγμό, ήταν εκείνος που φαινόταν ότι τελείωνε με την επιστροφή του Μάικ. Του Μάρκους Ντένμον. Είναι επίσης ανησυχητικό ότι στην τρίτη περίοδο, όταν πια ξεκαθάρισε ότι ο Καλάθης δεν ήταν καλά, βλέποντας δίπλα του τον Λεκάβιτσιους, ο Τζέιμς άρχισε να παίζει «μόνος μου και όλοι σας», σαν συνέχεια από πέρυσι.

Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν μπήκε στο παρκέ ο Πέιν και μάλιστα πριν από τον Βουγιούκα. Εκεί το πράγμα ξέφυγε τελείως. Ένας σέντερ, έστω με τα προσόντα τα δικά του, που όμως πατάει για πρώτη φορά ευρωπαϊκό γήπεδο, δεν μπορούσε να ξεκινήσει την θητεία του, παρά μόνο με βήματα. Αργότερα με επιθετικό φάουλ. Και να οι συζητήσεις με τους ευρωπαίους διαιτητές λες και ήταν ώρα να κάνει ιδιαίτερα.

Εννοείται πως κανείς δεν δικαιούται να κρίνει αυστηρά δυο νεοφερμένους παίκτες, από την πρώτη τους κιόλας παρουσία, σε ένα ματς που πήγε όλο στραβά, αλλά μπορεί να κρίνει τον τρόπο χρησιμοποίησής τους. Είναι δεδομένο ότι και οι δυο τους (και ειδικότερα ο Πέιν) θα χρειαστούν χρόνο, αλλά το θέμα είναι αν τον έχει ο Παναθηναϊκός, την δεδομένη στιγμή, που μπαίνουμε στην τελική ευθεία για την κατάταξη της κανονικής περιόδου. Θα χρειαστούν λοιπόν ταχύρυθμα μαθήματα και σίγουρα έξτρα συμμετοχή στο ελληνικό πρωτάθλημα για να τα εφαρμόσουν με αντιπάλους χαμηλότερης δυναμικότητας. Είπαμε: οι κακές ομάδες περιμένουν ως Μεσσίες τους παίκτες που αποκτούν στη μέση της σεζόν.

Το ματς που έρχεται με τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ, αποκτά ακόμη πιο απαιτητική φυσιογνωμία. Γιατί αν κάτι έχουν να παινεύονται στον Παναθηναϊκό είναι ότι έχουν βρει το κουμπί του «αιώνιου» αντίπαλου. Αν το χάσουν κι αυτό και μαζί τις περισσότερες πιθανότητες να μπουν στην τετράδα, τότε θα μπουν σε μια κατάσταση που θα θυμίζει κρίση ταυτότητας, η οποία θα ενισχύεται από το επιχείρημα: ο πρόεδρος αγόρασε τον ψηλό που έλειπε(;) και έφερε πίσω τον Τζέιμς. Τι άλλο να κάνει; Οπότε…

Πηγή: gazzetta.gr

 

loading...