0

Καλύτερα ας μην σταθούμε στο πόση ώρα έπαιζε με δέκα παίκτες ο Παναθηναϊκός. Και με 11 ή με 12 να έπαιζε όλο το 90λεπτο, ήταν τόσο κακός και με τόσο λάθος νοοτροπία από την αρχή του παιχνιδιού, που δεν άξιζε την πρόκριση.

 

Κι ήταν σχεδόν σαν να έβλεπες τον φόβο στα μάτια των παικτών, η αντανάκλαση του οποίου ήρθε από τον πάγκο.

Δεν έχει σημασία αν ο Αναστασίου ξεκίνησε το ματς “με τρεις επιθετικούς” – από την αρχή του ματς η λογική δεν ήταν να επιτεθεί η ομάδα και να βάλει γκολ, αλλά να στηριχθεί στην καλή αμυντική της λειτουργία και να κρατήσει ανέπαφη την εστία του Κοτσόλη. Γι’ αυτό ήταν τόσο αποκομμένοι οι τρεις μπροστινοί, γι’ αυτό τους έψαχναν οι συμπαίκτες τους με μπαλιές από το πουθενά, γι’ αυτό επέλεξε ο Αναστασίου τον Μέντεζ και τον Δώνη και τον Ζέκα στην τριάδα των χαφ, για να “καταστρέφουν” πρωτίστως και όχι για να δημιουργούν. Και προφανώς με σαφείς εντολές να έχουν τα μάτια τους προς τους αμυντικούς τους και όχι προς τους επιθετικούς, εξ’ ου και οι μεγάλες αποστάσεις που είχαν οι τρεις κεντρικοί χαφ από τους τρεις που έπαιζαν στην επίθεση.

Το πέρασε το μήνυμα ο κόουτς με την αλλαγή που έκανε στο ημίχρονο: έξω ο Καρέλης, μέσα ο Ατζαγκούν. Λογικό να θες να γεμίσεις το κέντρο, να έχεις περισσότερο κόσμο εκεί όπου υπήρχε κενό στο πρώτο μέρος, να κλείσεις χώρους, να μαρκάρεις πιο πιεστικά και να βγει και καμιά κάθετη μπαλιά. Αλλά στην ψυχρή ποδοσφαιρική λογική και στην δική μου απλοϊκή σκέψη, αν θες να το κάνεις αυτό, δεν βγάζεις τον Καρέλη που έχει βάλει τρία γκολ σε δυο παιχνίδια κόντρα στην Ξάνθη.

Για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, δεν ξέρω τι είδους δεύτερο ημίχρονο θα βλέπαμε αν ο Μέντεζ δεν είχε κάνει την χαζομάρα της χρονιάς, να πάρει μια (σωστή) δεύτερη κίτρινη για ένα αχρείαστα σκληρό μαρκάρισμα σε ένα αδιάφορο σημείο του γηπέδου. Μπορεί και να βλέπαμε καλύτερη κυκλοφορία της μπάλας από τον Παναθηναϊκό, μπορεί η Ξάνθη να ανέβαινε για να βάλει το γκολ που χρειαζόταν και να έβρισκε χώρους ο Παναθηναϊκός, μπορεί, μπορεί, μπορεί… Δεν θα μάθουμε ποτέ κι αν θέλουμε να αλείψουμε με πίσσα και πούπουλα τον Μέντεζ για παραδειγματισμό ας γίνει, μια που “δεν επιτρέπεται” σε παίκτη με τη δική του εμπειρία και ηλικία, να λειτουργεί τόσο ανεύθυνα, σχεδόν σαν παρορμητικός 20χρονος. Αλλά ακόμα και με δέκα παίκτες στο χορτάρι, ο Παναθηναϊκός όφειλε να κάνει κάτι καλύτερο από το να διώχνει τη μπάλα όπου νά ναι, έπρεπε να την κρατήσει λίγο παραπάνω, να την κυκλοφορήσει, να προσκαλέσει τους αντιπάλους του να ανέβουν ψηλά για να την κλέψουν, να “την φάει” όποτε είχε την ευκαιρία.

Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε στα χρονικά του ποδοσφαίρου που μια ομάδα μένει με παίκτη λιγότερο. Είναι όμως από τις λίγες ή ελάχιστες ή σπάνιες που μια ομάδα μένει με δέκα και παίζει σαν να παίζει με οκτώ. Μια τελική σε 90 λεπτά, με  11 ή με δέκα παίκτες, είναι θλιβερός απολογισμός. Και μαρτυρά κακή ψυχολογία, κακό διάβασμα του παιχνιδιού και στα δικά μου μάτια μαρτυρά και φόβο. Φόβο που ξεκινά από τον πάγκο, φόβο μην τυχόν και χάσουμε την ευκαιρία να προχωρήσουμε στο κύπελλο σε ένα ματς “που το’ χουμε”, φόβο που μεταφέρθηκε από τον πάγκο στους ποδοσφαιριστές. Κι όταν δίνεις ένα ματς “ζωής και θανάτου”, ένα “must-win”, ένα παιχνίδι που αν χάσεις, χάνεσαι (το δεύτερο φετινό μετά από αυτό με τη Μίντιλαντ και το πρώτο μέσα στο 2015), δεν γίνεται να το φοβάσαι τόσο.

Αν ο Αναστασίου ήλπιζε ή περίμενε ότι η άμυνά του θα αποδειχθεί “παλικάρι” και δεν θα επιτρέψει στον αντίπαλο να βάλει γκολ και του χάλασε τα σχέδια η αποβολή του Μέντεζ δεν το γνωρίζω, αλλά φαντάζομαι πως κάπως έτσι είναι. Είναι διαφορετικό να αμύνεσαι 11 εναντίον 11 και άλλου τύπου κούραση υπάρχει όταν παίζεις για τόση ώρα με παίκτη λιγότερο. Κάποια στιγμή η κούραση φέρνει θολούρα στο μυαλό, τα πόδια δεν “ακούνε” και μια τέτοια φάση, η μοναδική στιγμή που η πράσινη άμυνα χαλάρωσε, έφερε και το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης. Και δεν γινόταν να δούμε κάτι διαφορετικό στη συνέχεια, όταν η μοναδική ιδέα για το φινάλε ήταν να περάσει ο Ταυλαρίδης σέντερ – φορ, όπως κάποτε ο Μουρίνιο έβαζε τον Χουτ για να πάρει καμιά κεφαλιά, μπας και γίνει το θαύμα.

Τέλος, αν ο Γιάννης Αναστασίου θέλησε ή σχεδίασε να εκμεταλλευτεί ο Παναθηναϊκός “το κάστρο της Λεωφόρου”, τη δύναμη και δυναμική μιας έδρας απ’ όπου “δεν περνάει σχεδόν κανείς” και να πάρει την πρόκριση έστω και σβηστά, έστω και χωρίς πολλές φάσεις και έντονες συγκινήσεις, σε ένα ματς απ’ αυτά που ξεχνιούνται γρήγορα, αλλά το διακύβευμά τους είναι σημαντικό, όπου ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και λίγες μέρες μετά κανείς δεν θυμάται πώς προκρίθηκες, αλλά απλά ότι προκρίθηκες και προχώρησες παρακάτω, ατύχησε και μαζί του ατύχησε και η ομάδα. Τα “κάστρα” πέφτουν εκ των έσω ή επειδή κάποιος ξέχασε μια πόρτα ξεκλείδωτη. Και στον Παναθηναϊκό κόντρα στην Ξάνθη άφησαν ανοιχτές και πόρτες και παράθυρα, απ’ όπου δραπέτευσε και η ελπίδα να ξαναπάρει το κύπελλο, αλλά και το χαμόγελο του κόσμου, που ήταν έτοιμος να ξεχάσει τα στραβοπατήματα στο πρωτάθλημα και να συγχωρήσει τις μέτριες εμφανίσεις, μπροστά στη λαχτάρα για έναν τίτλο φέτος. Τώρα που δεν υπάρχει αυτή η προοπτική, ίσως να μην υπάρχει και η ίδια καλή διάθεση.

 

Πηγή

Αποκλεισμός-προδοσία, ευθύνες με ονοματεπώνυμο…

Previous article

Ούτε ένας, ούτε δυο… αλλά επτά αποκλεισμοί σοκ

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.