0

Ο Κώστας Μανωλιουδάκης γράφει για τη σημασία εμπλουτισμού των πιτσιρικάδων με ποιοτικούς ξένους που επισπεύδει τη διαδικασία εκμάθησής τους και εξηγεί γιατί τα κέρδη ήταν περισσότερα από τη ζημιά της ισοπαλίας με την Ξάνθη.

 

Ο Παναθηναϊκός έχυσε την καρδάρα με το γάλα στην τελευταία φάση του αγώνα με την Ξάνθη πληρώνοντας την αδυναμία του να «κλειδώσει» τη νίκη με ένα τρίτο γκολ, αλλά και την απειρία διαχείρισης ειδικών καταστάσεων των πιτσιρικάδων του.
Εν ολίγοις υπέπεσε σε μία γκέλα που εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της διαδικασίας συλλογής εμπειριών της φετινής σεζόν, ένας τομέα για τον οποίο άπαντες γνώριζαν εξ αρχής ότι υπάρχει σαφές έλλειμμα στη συγκεκριμένη έκδοση του «τριφυλλιού».

Κατά το κοινώς λεγόμενο «εάν δεν κάνεις λάθη, δεν μαθαίνεις κι αν δεν τα κάνεις μικρός για να μάθεις, πότε θα τα κάνεις;». Κανόνας που ισχύει ασφαλώς σε όλες τις πτυχές της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο ότι στo συγκεκριμένο ματς τα κυριότερα λάθη τα έκαναν τρεις παίκτες 21 χρόνων, δυο εκ των οποίων είναι «ρούκι» στη Superleague.

Ο Φάνης Μαυρομμάτης, που υπέπεσε σ’ ένα πέναλτι αχρείαστο κρατώντας τον αντίπαλο επιθετικό σε φάση που δεν είχε υψηλό δείκτη επικινδυνότητας.
Ο Τάσος Χατζηγιοβάνης που δεν έδιωξε τη μπάλα στα… πουλιά ως όφειλε, λίγα δευτερόλεπτα πριν «γεμίσει» στην περιοχή του Διούδη η Ξάνθη και ρίξει την τελευταία της ζαριά στο ματς, προφανώς επειδή θεώρησε πρέπον να την κοντρολάρει και να την διατηρήσει στην κατοχή του.
Κι ο Ηλίας Χατζηθεοδωρίδης που σε δύο περιπτώσεις στις καθυστερήσεις του ματς είχε τη δυνατότητα να κρατήσει τη μπάλα και να εξαντλήσει/«φάει» έξυπνα το χρόνο, αλλά προσπάθησε να επιτεθεί άμεσα και βιαστικά, προσφέροντας χρόνο δράσης, έστω και δίκην απελπισίας, στον αντίπαλο.

Δεν είναι ωστόσο η πρώτη φορά που έχουν γίνει λάθη απειρίας σε τέτοιου είδους χρονικές στιγμές τη φετινή σεζόν και είναι εν μέρει φυσιολογικό να προκύπτουν προβλήματα διαχείρισης του αποτελέσματος από τη στιγμή που υπάρχουν αρκετοί πιτσιρικάδες με ελάχιστες παραστάσεις στην ομάδα.
Στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στο Φάληρο, οι «πράσινοι» διαχειρίστηκαν χωρίς καθαρό μυαλό τις καθυστερήσεις του ματς και οι Πειραιώτες κατάφεραν και ισοφάρισαν στο 90+5’ με τον Σισέ, ενώ στον αγώνα με τον Ατρόμητο στο ΟΑΚΑ, παρότι ο Παναθηναϊκός δεν το πλήρωσε και κατέκτησε εν τέλει τη νίκη, οι Περιστεριώτες «πολιορκήσαν» την περιοχή του στις καθυστερήσεις και είχαν στο ενεργητικό τους το πλασέ του Μπουσούλατζιτς που τράνταξε τη συμβολή των δοκών του Διούδη στο 90+6’.
Κυριολεκτικά στην τελευταία φάση του ματς, όπως και την Κυριακή απέναντι στην Ξάνθη, με την ειδοποιό διαφορά ότι οι Θρακιώτες δεν είχαν δημιουργήσει άλλη ευκαιρία κι όμως κατάφεραν και «έκλεψαν» το βαθμό, σε αντίθεση με τους Περιστεριώτες.

Μια και ο λόγος για τους πιτσιρικάδες και τη διαδικασία εκμάθησης και συλλογής εμπειριών προκειμένου να εξελιχθεί το γρηγορότερο δυνατόν η ποδοσφαιρική τους προσωπικότητα, ο Παναθηναϊκός έχει το δυστύχημα (εξαιτίας της διοικητικής του ανυπαρξίας και του περυσινού… κατορθώματος των ποινών της μη αδειοδότησης) να μην διαθέτει αρκετούς ξένους παίκτες με προσωπικότητα και παραστάσεις.

Η ιστορία μας έχει διδάξει πόσο πολύ βοήθησε, για παράδειγμα, ο Χένρικσεν τον Κυργιάκο στα πρώτα του βήματα στα βαθιά νερά, πόσα πράγματα πήρε ο Μπασινάς από την παρουσία του Σόουζα και ούτω καθεξής.

Ειδικά για τη ραχοκοκαλιά μιας ομάδας (στόπερ, κεντρικός μέσος, επιθετικός), είναι απολύτως ουσιαστική αυτή η παράμετρος, κυρίως ως προς το εύρος του χρονικού διαστήματος της διαδικασίας εκμάθησης που αφορά από το πιο απλό μέχρι το πιο σύνθετο πράγμα στον τομέα ευθύνης κάθε παίκτη.

Η σημασία εμπλουτισμού των πιτσιρικάδων με ποιοτικούς ξένους επισπεύδει τη διαδικασία εκμάθησής όχι μόνο μέσα από τα ματς αλλά και μέσω των προπονήσεων και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον Παναθηναϊκό του μέλλοντος να θωρακιστεί κατάλληλα η ταλαντούχα και πολλά υποσχόμενη πιτσιρικαρία του, αρχής γενομένης από την επόμενη σεζόν, εάν φυσικά δεν υπάρξουν εκ νέου μεταγραφικοί περιορισμοί.

Ο Νταμπίζας άλλωστε έχει αποδείξει ότι μπορεί να βρει παίκτες χαμηλού κόστους μεν, με ποιότητα και παραστάσεις δε, προσαρμοσμένους στο πενιχρό μπάτζετ που διαθέτει, όπως έκανε φέτος με την απόκτηση του Μακέντα, αλλά και στην προηγούμενη θητεία του με Μπεργκ, Πέτριτς, Σίλντενφελντ κλπ.

Επιστρέφοντας στο ματς με την Ξάνθη, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι είναι λάθος να κρίνουμε με αποκλειστικό κριτήριο το αποτέλεσμα, πόσω μάλλον να… στήνουμε στον τοίχο ταλαντούχους παίκτες που έχουν περάσει πρόσφατα το κατώφλι της ενηλικίωσης.

Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές αποτέλεσμα συγκυριών, η αγωνιστική εικόνα όμως είναι αυτή που σε βάθος χρόνου φέρνει την ουσία και ορίζει την επιτυχία στο τέλος κάθε σεζόν και στο άμεσο μέλλον.
Το επαναλαμβάνουμε δίκην εμπέδωσης. Δοκάρι και μέσα παιχταράς, δοκάρι κι έξω άμπαλος, δεν είναι ποδοσφαιρική ανάλυση, αλλά καφενειακό συμπέρασμα και πρέπει να ξεφύγουμε απ’ αυτήν την οπτική αν θέλουμε να βλέπουμε το δάσος κι όχι το δέντρο.

Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα, τα κέρδη του Παναθηναϊκού ήταν περισσότερα από τη ζημιά της ισοπαλίας στην κυριακάτικη γκέλα με την Ξάνθη.
Διότι ναι μεν πέταξε δύο βαθμούς τσάμπα και βερεσέ στο καλάθι των αχρήστων, αλλά η αγωνιστική παρουσία της ομάδας στο δεύτερο ημίχρονο (χωρίς τον Κουρμπέλη, με τον Μπουζούκη να έχει χάσει πολλές προπονήσεις λόγω ίωσης και με τον Μουνιέ και τον Μακέντα προερχόμενους από απραξία δύο και ενός μηνός αντίστοιχα) ήταν εξαιρετική, από πάσα άποψη.

Η ποδοσφαιρική αντίδραση του Παναθηναϊκού στο συγκεκριμένο διάστημα πιστοποίησε ότι υπάρχει ήδη τεράστια βελτίωση και ακόμα περισσότερα περιθώρια για το άμεσο μέλλον, η δε νοοτροπία της ομάδας ήταν η ενδεδειγμένη, εξ ου το γεγονός ότι πέτυχε δύο γκολ, είχε δοκάρι, ένα πέναλτι που δεν δόθηκε και τουλάχιστον τρεις κραυγαλέες ευκαιρίες για να πετύχει και τρίτο γκολ.

Με μία εξαίρεση ασφαλώς, τα τέσσερα λεπτά των καθυστερήσεων που έγιναν επτά λόγω του πέναλτι και προσέφεραν στους πιτσιρικάδες της ομάδας ένα μάθημα που σφήνωσε για τα καλά στο πίσω μέρος του μυαλού τους και μπήκε στο σκληρό δίσκο της μνήμης τους.

Πέραν των παραπάνω συμπερασμάτων, στο ματς με την Ξάνθη ήταν η πρώτη φορά που διαπιστώσαμε ότι ο Βέργος έχει πράγματι χαρακτηριστικά που μπορούν να βοηθήσουν και να προσφέρουν επιλογές/λύσεις στο επιθετικό τρίτο της ομάδας.
Ο Αλτμαν κάθισε για πρώτη φορά στον πάγκο τη φετινή σεζόν και εκ των πραγμάτων μετράει αντίστροφα για την πλήρη ενσωμάτωσή του στην ομάδα, ενώ ο Μουνιέ επέστρεψε στην ενεργό δράση και παρότι θα χρειαστεί φυσιολογικά λίγο χρόνο ακόμα για να ανακτήσει τον αγωνιστικό του ρυθμό, είναι αποδεδειγμένο ότι μπορεί να αυξήσει τη μεσοεπιθετική ποιότητα του Παναθηναϊκού.

Πηγή: sdna.gr

 

 

Χαλάει την πιάτσα ο Παναθηναϊκός….

Previous article

«Παγώνει» στους… -120 βαθμούς ο Μακέντα! (photos)

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.