0

Οι Αμερικανοί και οι αγγλόφωνοι το ονομάζουν «Redemption» και το τοποθετούν αρκετές φορές στο κεντρικό πλάνο ιστοριών και σεναρίων, που πηγάζουν από την ζωή ή ακόμα και από την φαντασία κάποιου συγγραφέα. Είναι πάντως κάτι αληθινό, μία κατάσταση που συναντάμε συχνά-πυκνά δίπλα μας, η οποία πάντως προσφέρει κουράγιο, ελπίδα αλλά και έμπνευση για την συνέχεια.

Στην Ελλάδα, ο συγκεκριμένος όρος θα μπορούσε να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα στην Λύτρωση και την Ανάσταση. Στα χαρτιά, ακούγεται ως κάτι υπερβολικό, ειδικά όταν γίνει η -απαιραίτητη εδώ- αναγωγή στο αθλητικό κομμάτι. Όμως, η ιστορία μας έχει τις προοπτικές για να φορέσει αυτή την «ταμπέλα» με τον καλύτερο δυνατό και «ταιριαστό» τρόπο.

Το κείμενο που θα διαβάσεις δεν μοιάζει με όλα τα άλλα. Ο πρωταγωνιστής του, είναι ένας παίκτης με παραστάσεις που θα ζήλευε κάθε επαγγελματίας σε αυτόν τον κόσμο: ΝΒΑ, Ευρώπη, Euroleague, τίτλοι, μάχη με τους καλύτερους βρίσκονται στο πλούσιο βιογραφικό του, όμως οι τελευταίοι μήνες τον ανάγκασαν να ακουμπήσει το ναδίρ, σε επίπεδο μπάσκετ αλλά και ζωής!

Ο Σαμάρντο Σάμουελς διανύει το 30ο έτος της ηλικίας του. Δεν είναι 35, δεν είναι 40. Είναι ένας 30χρονος ψηλός, που από το 2010 μέχρι το 2016 έπαιξε στο ΝΒΑ και στην Euroleague. Πέρσι, ήταν μέλος της Λιμόζ στο δυνατό πρωτάθλημα της Γαλλίας, όμως το καλοκαίρι ήταν παράξενο, στα όρια του καταθλιπτικού, αφού δεν είχε καμία πρόταση στα χέρια του.

Ο Τζαμαικανός έβαλε στο κεφάλι του σκέψεις πρόωρης αποχώρησης από τα παρκέ, αλλά ο Πανιώνιος ήρθε στον δρόμο του και του έδωσε την ευκαιρία που τόσο έψαχνε. Βέβαια, ο ίδιος ανταπέδωσε άμεσα και ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής στις δύο σερί νίκες του «Ιστορικού» απέναντι σε Ρέθυμνο και Ηρακλή, ενώ, πριν την άφιξή του στην Πλατεία, είχαν προηγηθεί τρεις ήττες στο πρωτάθλημα και ένας οδυνηρός αποκλεισμός στο Κύπελλο.

Αποφεύγοντας να ακολουθήσει την περπατημένη παικτών της εμπειρίας και της κλάσης του, ο Σαμάρντο απάντησε με ένα μεγάλο χαμόγελο σε όλες τις ερωτήσεις μας, ξετυλίγοντας παράλληλα το κουβάρι σε μία καριέρα που πραγματικά τα έχει όλα!

Από την ατάκα του Κέβιν Ντουράντ, την φιλία με τον Κάιρι Ίρβινγκ και τις ημέρες του ΝΒΑ, μέχρι τις αναμνήσεις του από την Ευρώπη, τον Ρικ Πιτίνο και τον Τσάβι Πασκουάλ, ο Σάμουελς εξομολογείται όλα όσα πέρασε για να φτάσει μέχρι το σήμερα και την προσπάθεια να «χτίσει» το δικό του Redemption Story εμε την φανέλα του Πανιωνίου.

-Ας αρχίσουμε λίγο ανάποδα και με τα πιο πρόσφατα. Δύο σερί νίκες, δύο μεγάλες ανάσες για τον Πανιώνιο. Πώς έζησες αυτά τα ματς;

«Νιώθω πραγματικά όμορφα φίλε! Η πρώτη νίκη ειδικά, ήταν κάτι το φανταστικό. Ήμουν σπίτι μου φίλε… Ήμουν σπίτι μου και ήρθε αυτή η ευκαιρία. Η νίκη με το Ρέθυμνο ήταν μία μεγάλη ανακούφιση για μένα. Ήμουν σπίτι και δεν με ήθελε κανένας. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν είχα ομάδες και προτάσεις. Έκανα σκληρές προπονήσεις και όταν δέχτηκα το τηλεφώνημα, δεν είχα πραγματικά ιδεά τι είναι ο Πανιώνιος.

Έμαθα για την ιστορία, είδα ότι η Ελλάδα μου έδινε μία ευκαιρία και αποφάσισα να έρθω. Η πρώτη νίκη, δύο – τρεις μέρες αφότου ήρθα στην Ελλάδα, σήμαινε τόσα πολλά για μένα. Όλοι μου έλεγαν να σταματήσω, όλοι μου έλεγαν πως ήρθε η ώρα να φύγω. Το να έρθω εδώ και να κερδίσουμε στο πρώτο ματς, ήταν πραγματικά κάτι το συγκλονιστικό για μένα».

-Το ίδιο εντυπωσιακό πάντως ήταν και το διπλό στην Θεσσαλονίκη με τον Ηρακλή…

«Μπορώ να σου πω ότι ο Ηρακλής είναι μία εξαιρετική ομάδα, πολύ δυνατή ομάδα. Όταν μπήκα στο παρκέ, όλα ήταν σκοτείνα, ένιωσα λες και ήμουν σε σπηλιά. Όλοι ήταν δίπλα μας, οι διαιτητές έκαναν και το ματς δύσκολο… Εμείς ανταποκριθήκαμε εξαιρετικά, παίξαμε καλά και το γεγονός πως κερδίσαμε εκεί μας δίνει μεγάλη αυτοπεποίθηση για την συνέχεια».

-Πριν την άφιξή σου, ο Πανιώνιος βιώσε μία μικρή κρίση, αφού είχε συνεχόμενες ήττες με κακές εμφανίσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήρθες και τα άλλαξες όλα;

«Δεν ξέρω, αλλά αλήθεια είναι κάτι πολύ όμορφο. Αγαπώ πολύ το μπάσκετ. Δεν ήξερα καλά τα παιδιά, αλλά το μπάσκετ έχει την δική του γλώσσα. Εγώ ήρθα με θετική διάθεση, ήρθα με ένα μόνιμο χαμόγελο. Όλοι με υποδέχτηκαν καλά και αυτό είχε λογικά αντίκτυπο και στο πως αγωνιστήκαμε σε αυτά τα παιχνίδια».

Το ΝΒΑ, η ληστεία και η συνάντηση με τον Κάζινς

-Ας επιστρέψουμε λίγο πίσω. Δεν επιλέχθηκες ποτέ στο Draft, αλλά έπαιξες στο ΝΒΑ. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία και ποια ιστορία θυμάσαι από εκείνα τα χρόνια;

«Θα σου πω ακριβώς όλα όσα συνέβηαν εκείνο το καλοκαίρι. Ήμουν undrafted, καμία ομάδα δεν με επέλεξε και αυτό μου προκάλεσε έκπληξη, γιατί ήμουν ο νο.1 παίκτης στο High School στις ΗΠΑ. Έφυγα νωρίς από το Louisville, έπρεπε να το κάνω για την οικογένειά μου. Ξέρεις, ήταν δύσκολο να ακούω την μάνα μου να κλαίει στο τηλέφωνο κάθε μέρα. Με χρειαζόταν, όπως και η μικρή μου αδερφή. Οπότε, έπρεπε να επιλέξω: Φυσικά και ήθελα το πτυχίο μου στο Κολέγιο, αλλά τα λεφτά ήταν πιο σημαντικά. Ήθελα να είμαι σε καλή κατάσταση οικονομικά για να προσφέρω στην οικογένειά μου».

-Ναι, αυτό που λες το καταλαβαίνω και το έχου πει πολλοί ακόμα παίκτες στο παρελθόν. Αλλά πώς το έκανες αυτό χωρίς να είσαι σίγουρος για το Draft;

«Ειλικρινά πίστευα σε μένα, ήξερα τι παίκτης είμαι. Και να σου πω και κάτι; Τα έκανα όλα σωστά! Ήμουν καλός στις ατομικές, έδειξα καλό πρόσωπο σε όλα τα workouts. Μετά ήρθε ένα μεγάλο σοκ. Ένιωσα έκπληξη. Έκλαιγα φίλε. Ήμουν κατεστραμμένος».

-Και πώς κατέληξες στους Καβαλίερς; Τι άλλαξε την ιστορία σου;

«Την επόμενη μέρα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τους Μπουλς. Μου είπαν πως δεν είχαν καμία επιλογή διαθέσιμη για μένα, αλλά ήθελαν να ενταχθώ στην ομάδα τους και να γίνω ο rookie τους. Αυτό ήταν ένα τηλεφώνημα από τον Θεό! Έτσι ένιωσα! 

Ήμουν τόσο χαρούμενος. Είδα την φανέλα του Μάικλ Τζόρνταν στο προπονητικό των Μπουλς. Ήμουν εκστασιασμένος. Φίλε, πέρασαν 60 άτομα μπροστά από μένα και κάθε φορά που δεν άκουγα το όνομά μου, ένιωθα σαν να με χτυπούν στην καρδιά. Αλλά εγώ ήμουν εκεί, στους Μπουλς, στο όνειρό μου».

-Και τι έγινε στη συνέχεια; Τι μεσολάβησε για να φύγεις από το Σικάγο και να καταλήξεις το Κλίβελαντ;

«Στο Summer League είχα αρχικά τον ρόλο του αναπληρωματικού σέντερ. Δεν έπαιζα. Είχα νεύρα. Την δεύτερη μέρα του Summer League βγήκα έξω για να “παρτάρω” και κατέληξα στο τμήμα, επειδή με λήστεψαν! Σκέψου σε τι κατάσταση ήμουν. Καθόλου λεφτά, ληστεία στο Λας Βέγκας και την επομένη μέρα παίζαμε με τους Κινγκς.

Εκεί σκέφτηκα ότι έκανα λάθος. Ότι δεν έπρεπε να φύγω από το Κολέγιο, ότι δεν θα μπορέσω να βοηθήσω την οικογένειά μου. Είχα μερικά λεφτά πάνω μου και τα έχασα. Νόμιζα ότι όλα τελειώσαν. Σκέψου ότι πήγα στο γήπεδο και έκλαιγα. Για έναν παράξενο λόγο, ο βασικός μας σέντερ τραυματίζεται. Και ο προπονητής μου λέει ότι θα είμαι βασικός. Σήκωσα τα μάτια μου και απέναντι είδα τον ΝτεΜάρκους Κάζινς. 

Φίλε, τον κατέστρεψα. Ήμουν πολύ καλός! Τότε είπα ότι θα τους διαλύσω όλους. Μετά είχα 19 πόντους και 9 ριμπάουντ απέναντι στον Τζέι Τζέι Χίκσον τον Καβαλίερς. Οι αγώνες τελείωσαν και είχα προσφορές. Οι Πέισερς και οι Μπουλς με ήθελαν, αλλά εγώ πήγα στο Κλίβελαντ επειδή εκεί θα έπαιρνα τα περισσότερα χρήματα».

-Πήγες σε μία παράξενη εποχή στο Κλίβελαντ, είχε φύγει ο Λεμπρόν, όλοι ήταν κάπως νευριασμένοι, ξενερωμένοι. Πώς το βίωσες αυτό;

«Ναι ήταν όντως αρκετά παράξενα αλλά να σου πω κάτι; Δεν με ένοιαζε. Ήμουν στο ΝΒΑ! Ήμουν στην κεντρική σκηνή του μπάσκετ. Τους είπα αν θέλουν να μου δώσουν το “23”, θα ήμουν ο νέος Λεμπρόν (γέλια). Ήταν πολύ ωραία. Η σεζόν ήταν άθλια, χάσαμε 23 σερί ματς, πολλές ήττες. Δεν έπαιζα πολύ, αλλά ήταν η δουλειά μου, ήμουν στο ΝΒΑ. Το συναίσθημα της ήττας ήταν λίγο βαρύ. Μετά ήρθα ο Κάιρι. Φίλε, ο τύπος ήταν τρομερός.

Ήρθε στην προπονήση, το γήπεδο ήταν γεμάτο κόσμο. Με χαιρέτησε, επειδή με ήξερε από το Νιου Τζέρσι. Κανένας δεν ήξερε ακριβώς τι θα δει, αλλά τους έλεγα να έχουν υπομονή, γιατί αυτό το παιδί ήταν θησαυρός. Μπήκε μέσα και έκανε αμέσως σόου. Μείναμε όλοι με ανοικτό στόμα. Νομίζαμε ότι παίζει σε Playstation. Οι κινήσεις του δεν υπήρχαν. Ήταν μία από τις πιο ωραίες εμπειρίες της ζωής μου. Ο Ίρβινγκ ήταν διαφορετικός. Έμοιαζε με τον Μπαρόν Ντέιβις. Εξαιρετικός παίκτης, έβλεπε μαγικά το παρκέ. Έπαιξα και με τους δύο και μπορώ να σου πω ότι έχουν κοινά στοιχεία, στο στυλ, στον έλεγχο. Σπουδαίοι παίκτες».

Ο Πασκουάλ και οι… μπουνιές για τον Πιτίνο

-Πάμε σε ένα κεφάλαιο που σε συνδέει με την Ελλάδα. Ρικ Πιτίνο. Τον είχες στο Louisville, έπαιξες κάτω από τις οδηγίες του για μία διετία. Ποια είναι η γνώμη σου για εκείνον; Πώς ήταν εκείνες οι μέρες;

«Αρχικά, η γκαρνταρόμπα του έχει ωραία κουστούμια (γέλια). Είναι πάντα… στην τρίχα. Είναι ένας χαρακτήρας από μόνος του, μία περσόνα. Έχει ένα ιδιαίτερο attitude. Ξέρει να προβάλλει τον εαυτό του. Μπορώ να σου πω ότι τσακωθήκαμε πολλές φορές, με έφτασε σε οριακό σημείο άλλες τόσες. Ήταν όμως πάντα ειλικρινής. Σου έλεγε τα πράγματα ακριβώς όπως ήταν, είτε σου άρεσε αυτό, είτε όχι. Πάντα έλεγε την αλήθεια. Δεν σε έβριζε, αλλά σου έλεγε πράγματα που σε… τσίτωναν. Μερικές φορές ήθελα να του ρίξω μπουνιά στο πρόσωπο (γέλια)! Ξέρει όμως πως να σε ξεσηκώσει και αυτό το θαυμάζω στον Ρικ».

-Φαντάζομαι θα σε βοήθησε πολύ αγωνιστικά, αλλά σου έδωσε κάποια συμβουλή που σου έμεινε για την ζώη σου εκτός παρκέ;

«Θυμάμαι χαρακτηριστικά τα νεύρα του όταν του είπε ότι θα φύγω για το ΝΒΑ. Νευρίασε. Ήθελε να κάτσω κι άλλο. Μου έλεγε ότι πρέπει να μείνω για ακόμα μία χρονιά και μετά θα ήμουν έτοιμος. Του εξήγησα όμως την κατάσταση και έδειξε κατανόηση. Είναι σπουδαίος προπονητής».

-Δεύτερη σύνδεση με την Ελλάδα, ο Τσάβι Πασκουάλ. Συνεργαστήκατε για μία σεζόν στην Μπαρτσελόνα. Τι θύμασαι από εκείνον;

«Ο Τσάβι είναι ένας ωραίος τύπος. Ήταν όμορφα. Είχαμε θέματα με την επικοινωνία και  αυτό με δυσκόλεψε. Αλλά είναι ένας καλός προπονητής. Έχει πάρα πολλά plays φίλε! Μία φορά τον ρώτησα για τον αριθμό, δεν μου απάντησε. Είχε σύστημα για κάθε φάση, για κάθε σενάριο. Δεν πήγαμε καλά βέβαια εκείνη την σεζόν, αλλά εγώ έμεινα ικανοποιημένος από την συνεργασία μας».

Η Αρμάνι, η Μπαρτσελόνα, η ανάμνηση και ο θρύλος

-Πάμε στο κεφάλαιο της Ευρώπης. Αρμάνι και Μπαρτσελόνα, σεζόν με μεγάλες στιγμές, πολλούς πόντους, ατυχίες. Τα έζησες όλα. Ποια είναι η καλύτερή σου ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια;

«Σίγουρα το πρωτάθλημα που κερδίσαμε με την Αρμάνι το 2014. Ήταν μία σπουδαία ανάμνηση και μία φανταστική στιγμή για μένα ως επαγγελματίας. Ήταν μεγάλες οι μάχες με την Σιένα. Αλλά μπορώ να σου πω ότι και η μεταγραφή μου στην Μπαρτσελόνα ήταν μία όμορφη ανάμνηση. Μιλάμε για έναν σπουδαίο σύλλογο. Ήμουν στο Μιλάνο και σκεφτόμουν ότι στόχος μου ήταν να παίξω στο ακόμα υψηλότερο επίπεδο, στη κορυφή της Ευρώπης. Εκεί είναι η Μπαρτσελόνα. Όταν πήγα εκεί ένιωσα πλήρης. Τραυματίστηκα βέβαια στις πρώτες μέρες μου εκεί και το εξαιρετικό γκρουπ παικτών που είχαμε δεν μου επέτρεψε να παίξω όσο θα ήθελα ή όσο έπαιζα στην Αρμάνι».

-Τότε υπήρχαν αρκετά δημοσιεύματα που σε έφερναν στο στόχαστρο ελληνικών ομάδων. Έπαιξε ποτέ τέτοιο σενάριο; Υπήρχαν επαφές;

«Όχι, αλλά στην Αρμάνι έπαιζα καλά και ήξερα ότι με παρακολουθούν ομάδες. Πολλοί με τσέκαραν, είχα προσφορές… Τώρα, κοιτώντας πίσω, θα έμενα στην Αρμάνι γιατί ήμουν καλός εκεί, είχα καλές χρονιές. Ξέρεις, δεν ήταν εύκολη η μετάβαση στην Μπαρτσελόνα. Έπαιζα με τον Ναβάρο φίλε. Ένας θρύλος ήταν δίπλα μου. Δεν υπήρχε χώρος για να φανώ τόσο, να βελτιωθώ».

Το μήνυμα και το χαμόγελο

-Λες συνεχώς για το χαμόγελό σου και το βλέπω και εγώ, αλλά στο Instagram έχεις ως όνομα το πιο σκληρό «Warrior». Γιατί πολεμιστής;

«Πρέπει να παλεύεις. Πάντα! Έτσι ήταν η ζωή μου. Δεν έγινα ποτέ Draft, έπαιξα στο ΝΒΑ, ήρθα μετά στην Ευρώπη. Κάθε μέρα είναι μία μάχη. Θα σου πω μία ιστορία. Το καλοκαίρι είδα τον Κέβιν Ντουράντ. Γνωρίζομαστε από μικροί, με ξέρει και τον ξέρω. Και με το που με είδε, με ρώτησε αν παίζω ακόμα μπάσκετ! Ήταν έκπληκτος όταν του απάντησα θετικά. Πήγα στο γυμναστήριο την άλλη μέρα και είπα στον εαυτό μου ότι ακόμα είμαι εδώ. Παίζω ακόμα μπάσκετ! Αυτό που συνέβη ήταν ένα μεγάλο κίνητρο για μένα».

-Αυτό το στοιχείο που αναφέρεις, η νοοτροπία που έχεις ως παίκτης, είναι κάτι που θέλεις να περάσεις και στους πιο μικρούς παίκτες της ομάδας;

«Βλέπω προοπτικές και ταλέντο στην ομάδα, υπάρχουν παιδιά που μπορούν να κάνουν την διαφορά τα επόμενα χρόνια. Εγώ θέλω να τους βοηθήσω, τους δίνω συμβουλές και είναι κάτι που μου αρέσει για την ώρα».

-Με βάση την πολυετή εμπειρία σου και τις παραστάσεις σου, θέλω να μου απαντήσεις στο μεγάλο δίλημμα. ΝΒΑ ή Ευρώπη;

«Δύσκολο! Στο ΝΒΑ έχεις πολλά. Το Lifestyle, τα τσάρτερ, τα λεφτά… Η Ευρώπη όμως είναι διαφορετική. Υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός εδώ φίλε. Εδώ είναι το αληθινό μπάσκετ. Το ΝΒΑ είναι κουλ, αλλά αν δεν είσαι top παίκτης, περιορίζεσαι σε ρόλους, σε συγκεκριμένες αποστολές. Δεν παίζεις μπάσκετ. Στην Ευρώπη κάνεις δέκα πράγματα, υπάρχουν διαφορετικά plays, άλλο physical level».

-Κανένας δεν ξέρει πόσο θα κάτσεις στον Πανιώνιο και την Ελλάδα, αλλά όταν φύγεις, τι θέλεις να θυμούνται από τον Σαμάρντο Σάμουελς;

«Είμαι αφοσιωμένος στο μπάσκετ. Δεν είμαι εξαιρετικός στο ριμπάουντ, δεν είμαι τρομερός στο να σκοράρω πολύ. Οπότε, θέλω να θυμούνται την προσωπικότητά μου και να με σκέφτονται ως νικητή, ως έναν άνθρωπο που δεν τα παράτησε ποτέ. Αυτό είναι το σημαντικό για μένα και αυτός είναι ο στόχος μου στον Πανιώνιο».

Ξεκούραση με… προπόνηση!

Previous article

Δυόμισι χρόνια χωρίς βαθμό και… γκολ κόντρα στον ΠΑΟΚ! (vid)

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.