0

Ούτε πού ήξερε ο Ρικ Πιτίνο ‘τι εστί Παναθηναϊκός’ όταν άκουγε την αναπάντεχη πρόταση συνεργασίας τα Χριστούγεννα του ’18. Το παράδειγμα ποιου μιμήθηκε.

Ως το πάγιο ‘talk of the town’ εδώ και 2.5 εβδομάδες το ‘Last Dance’ του ESPN ξεφεύγει από τα στενά όρια ενός αθλητικού ντοκιμαντέρ που θ’ απασχολήσει μία, δύο άντε τρεις ημέρες και κατόπιν θ’ αφεθεί στη λήθη. Κάθε φρέσκια δυάδα επεισοδίων από τη μία πλέκει υπέροχα τους πρωταγωνιστές με αθέατες ως σήμερα στιγμές και από την άλλη ενεργοποιεί από εβδομάδα σ’ εβδομάδα το back up σύστημα της μνήμης τρίτων προσώπων.

Στη διάρκεια της τελευταίας σεζόν της αυτοκρατορίας των Μπουλς στο ΝΒΑ ο Ρικ Πιτίνο ήταν ο απόλυτος άρχων των Μπόστον Σέλτικς, με συμβόλαιο 10ετούς διάρκειας έναντι 70 εκατ. δολαρίων για τον τρισυπόστατο ρόλο του (πρόεδρος, τζένεραλ μάνατζερ και προπονητής). Ήταν η δεύτερη φορά που ο αναγνωρισμένος για τα αποτελέσματά του στα κολέγια προπονητής θα ηγείτο μιας επαγγελματικής ομάδας ύστερα από τη διετία του στους Νικς της Νέας Υόρκης (1987-89). Είχε διαδεχθεί τον παραιτηθέντα Μάικλ Καρ ύστερα από τη χειρότερη χρονιά στην ιστορία των ‘Κελτών’ (15-67) και (αυτο)διαφημιζόταν ως αυτός που θα επαναφέρει τον φημισμένο οργανισμό στον πρωταθληματικό δρόμο. “Αν πετύχουμε, θα γεράσω στη Βοστόνη. Αν αποτύχουμε, απλώς θα γεράσω”, έλεγε τότε μιλώντας για μια πρόκληση “που ήθελα πολύ να δεχθώ”.

Η πρεμιέρα της πρώτης χρονιάς του Πιτίνο στο ‘Γκάρντεν’, αφού είχε δείξει την έξοδο στον Ντίνο Ράτζα, έλαχε να είναι απέναντι στους Μπουλς. Των οποίων οι Σέλτικς επικράτησαν 92-85 στη Βοστόνη χάρη σε 31 πόντους του (δευτεροετούς) Αντουάν Γουόκερ. Δεν ήταν πάντως μία από τις δύο εφιαλτικές βραδιές του Τζόρνταν. Περιχαρής ο 21χρονος φόργουορντ πανηγύριζε χορεύοντας για το συνδυασμό της νίκης με την προσωπική εμφάνισή του. Οι φιγούρες του φούντωσαν τον ‘Air’ και προκάλεσαν την οργή.

Η σκηνή ξαναζωντάνεψε 23 χρόνια αργότερα χάρη στη μαρτυρία του Πιτίνο στην Boston Herald. “Ποτέ δεν θα ξεχάσω, όσο ζω, ότι ενώ επιστρέφαμε στ’ αποδυτήρια ο Μάικλ Τζόρνταν φώναζε στον Αντουάν. Ωρυόταν και τον έβριζε. Αναρωτήθηκα τι συμβαίνει εκεί πέρα. Ένας βοηθός μού εξήγησε ότι προφανώς ο Αντουάν χόρευε και ο Μάικλ άρχισε να του φωνάζει. Υπήρχαν δύο τύποι που δεν ήθελες ποτέ να εκνευρίσεις. Ο Μπερντ και ο MJ, γιατί πάντα θα γυρνούσε πίσω σαν κατάρα”, διηγήθηκε ο Αμερικάνος κόουτς, ο οποίος από τους Σέλτικς αποχώρησε πριν από την ολοκλήρωση της τέταρτης χρονιάς (2000-01), δίχως να έχει εκπληρώσει τις προσδοκίες που συνόδευαν την πρόσληψή του. Σε 247 παιχνίδια η Βοστόνη, σαν βάρκα σε ωκεανό, είχε χάσει τα 146. Μια όχι καλή αναλογία, απέτυχε κοινώς, η οποία πάντως δεν τον έβλαψε, καθώς ακολούθησαν τα 16 χρόνια στο Λούιβιλ. Με ό,τι κουβαλά πλέον, επιτυχίες και σκοτεινές στιγμές.

“Τι είναι ο Παναθηναϊκός;”

Τίποτα απ’ όλα αυτά, βέβαια, χρειάστηκε να διαγράψει από τη μνήμη του. Όπως κάθε -έντονη ή ηπιότερη- εμπειρία που έχει νιώσει στα 46 χρόνια που κάθεται στους πάγκους, προτού αρχίσει τη δουλειά στη δέκατη διαφορετική ομάδα της πορείας του (Αϊόνα). Σαν κι αυτή του Παναθηναϊκού, στον οποίο κατέληξε η κουβέντα με τον Στιβ Μπάλπετ, ακριβώς πριν φτάσει στο τέλος της. Ήταν η τρίτη απόπειρα του Πιτίνο σε επαγγελματικό κλαμπ και σίγουρα η πιο ξεχωριστή λόγω του μυστηρίου που εξέπεμπε. “Ο Κρις Ουάλας μού τηλεφώνησε και μου είπε ότι ο Παναθηναϊκός με θέλει για προπονητή. Είπα ‘Κρις, τι είναι αυτό;’ Μου εξήγησε ότι παίζει στην Ευρωλίγκα και στο ελληνικό πρωτάθλημα και είναι όπως οι Σέλτικς της Ευρώπης. Ίδιο τριφύλλι. Είπα πιθανόν όχι, αλλά το σκέφτηκα και είπα γιατί όχι;” μετέφερε ο Αμερικάνος κόουτς ομολογώντας εν συνεχεία ποιος κρυβόταν πίσω από αποδοχή μιας πρότασης που άκουσε τα Χριστούγεννα του 2018. “Αν δεν ήταν ο Μπρετ Μπράουν, δεν θα το είχα κάνει”.

Η, όχι τυχαία, σημείωση αφορούσε τον από το 2013 προπονητή των Φιλαντέλφια Σίξερς, “ο οποίος έπαιξε για μένα στο Μπόστον”. Επί τέσσερα χρόνια (1979-1983), με μία και μόνη παρουσία στο Εθνικό Πρωτάθλημα (March Madness) τον αποκλεισμό στον προκριματικό του 1983 με 70-58 από το Λα Σάλε. Ο Πιτίνο άδραξε την ευκαιρία και θυμήθηκε μια συζήτηση που είχε κάνει μαζί του σ’ ένα παλιότερο podcast ψάχνοντας τους λόγους που τον οδήγησαν στην, άνευ υπόβαθρου, απόφασή του να ζήσει και να δουλέψει στην Ωκεανία.

“Μου είπε, ‘κόουτς έπιασα απλώς τον πατέρα μου, του είπα πως πάντα ήθελα να πάω στην Αυστραλία και του ζήτησα να μου δανείσει τα χρήματα’. Απλώς έφτιαξε μια τσάντα και έφυγε, χωρίς να το γνωρίζει κανένας”, ισχυρίστηκε ο βετεράνος προπονητής θυμίζοντας το πρώτο σκέλος της ιστορίας ενός -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- τυχοδιώκτη της προπονητικής.

Τα 17 χρόνια του Μπράουν στην Αυστραλία

Ο Μπράουν έφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1985. Αγόρασε ένα αεροπορικό εισιτήριο χωρίς επιστροφή, δεν είχε κανένα σχέδιο ή γνωστό και η άφιξή του στη χώρα των ‘καγκουρό’ έγινε η αφετηρία της περιπέτειάς του. Γνώρισε κάποιον κι εγκαταστάθηκε σε αγρόκτημα κι έτρωγε πρωϊνό κλέβοντας αυγά από φωλιά στρουθοκάμηλου – μία τον πήρε στο κυνήγι. Έμεινε ακόμη σε σκηνή, γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, την Άννα με την οποία έφτιαξε οικογένεια, και αργότερα προσέφερε αμισθί τις υπηρεσίες του σε πανεπιστημιακή ομάδα του Σίδνεϊ.

Πήγε για δουλειά στο Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας και επέστρεψε στην Αυστραλία για να ενταχθεί στο τεχνικό τιμ των Μέλμπουρν Τάιγκερς. Αρχικά χωρίς χρήματα, αργότερα εντάχθηκε στο μισθολόγιο. Συνυπήρξε με τον θρυλικό Άντριου Γκέιζ πριν αυτός έρθει στον Απόλλωνα Πάτρας. Ύστερα από πέντε χρόνια ως βοηθός, ανέλαβε τους Νορθ Μέλμπουρν Τζάιαντς. Κατέκτησε πρωτάθλημα του 1994, μαζί και το βραβείο του κορυφαίου κόουτς της σεζόν. Μετά από διάλειμμα ενός έτους, ως στέλεχος των Σπερς, επέστρεψε για χάρη των ‘Βασιλιάδων’ του Σίδνεϊ (2000-2002). Επηρέασε τον τρόπο σκέψης των ντόπιων και βοήθησε στην πρόοδο του αθλήματος σε μια περίοδο που άρχισαν να γίνονται επενδύσεις στο σπορ. Ακόμη νοιάζεται και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα.

Ενδιάμεσα, από το 1995 ως το 2003, υπηρέτησε το ‘δεξί χέρι’ των Μπαρνς και Γκούριτζαν στην εθνική Αυστραλίας, ενώ από το 2009 μέχρι το 2012, ενόσω εργαζόταν πλέον για το Σαν Αντόνιο και τον Γκρεγκ Πόποβιτς σε μόνιμη βάση έγινε ο εκλέκτορας. Πόστο μάλιστα στο οποίο επανήλθε τον περασμένο Νοέμβριο, αντί του Αντρέι Λεμάνις, προκειμένου να καθοδηγήσει τους ‘μπούμερς’ στους Ολυμπιακούς του Τόκιο στο δρόμο για ένα μετάλλιο, πείθοντας τον Μπεν Σίμονς να δώσει το ‘παρών’. Θα συμβεί με καθυστέρηση ενός έτους.

Ο Πιτίνο τον χρησιμοποιεί ως το απόλυτο παράδειγμα. “Αφού ο Μπράουν το έκανε στα 24 του, μπορώ και ‘γω στα 65 μου”. Ίσως ήθελε να τον έχει απέναντί του, ως εθνικός προπονητής της Ελλάδας. Πιθανώς. Ενδεχομένως. Ίσως.

Πηγή: contra.gr

Φαβορί το Πήλιο για την προετοιμασία!

Previous article

Ανεβαίνουν οι ρυθμοί στο Κορωπί

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.