0

 

Η καριέρα που τελείωσε νωρίς, οι επιλογές, οι συνέπειες και το ταλέντο που δεν είδαμε παρά σε ελάχιστο βαθμό.

Ουδείς μπορεί να ξέρει ποια θα ήταν η εξέλιξη της ιστορίας, αν έφευγε νωρίτερα από τον Πανιώνιο, αν έμπαινε από πιο μικρός σε ένα σύστημα πιο απαιτητικό, πιο συγκεκριμένο, πιο αποδοτικό για τον ίδιο -στο επίπεδο της εξέλιξης του ταλέντου του. Η πραγματικότητα ωστόσο, δεν φτιάχνεται με “αν”. Όπως έχει πει άλλωστε, και κάποιος, κάποτε “αν είναι κάτι σημαντικό για εσένα, θα βρεις τον τρόπο. Αν δεν είναι, θα βρεις μια δικαιολογία”. Και αν ο Φάνης Χριστοδούλου δεν μπήκε ποτέ σε αυτή τη διαδικασία (των δικαιολογιών), μπήκαν όλοι όσοι τον έζησαν τα χρόνια που άλλαζε το μπάσκετ. Που υποχρέωσε τους Έλληνες δημοσιογράφους να μην αρκούνται στο πόσους πόντους σκοράρει ο κάθε παίκτης. Ήταν ο τύπος που τους ώθησε να ασχοληθούν με τα επί μέρους στοιχεία που δίνουν αυτό που σήμερα είναι ευρύτερα γνωστό ως “σύστημα αξιολόγησης”. Ο αιώνιος “Μπέμπης” του ελληνικού μπάσκετ έχει σήμερα γενέθλια και το Sport24.gr επιχειρεί ένα ταξίδι στο παρελθόν, μέσα από συνεντεύξεις που είχε δώσει ο ίδιος και αφορούσαν τη ζωή του.

Είχε πει πως “εγώ έβαλα την στατιστική στο μπάσκετ, προσφέροντας πολλά διαφορετικά πράγματα κατά τη διάρκεια ενός αγώνα” και μεταξύ μας, δεν είχε πολύ άδικο. Θα πρόσθετε “όταν ξεκίνησα, βάλατε μόνο τους σκόρερ. Αλλά σύντομα καταλάβατε πως σε αυτό το άθλημα, οι δουλειές που κάνει μπορεί να κάνει ένας παίκτης, είναι πολλές περισσότερες. Είναι αλήθεια πως… ανάγκασα τον κόσμο να διαβάζει στατιστική (γέλια)! Ότι έγινε πάντως, έγινε ασυναίσθητα. Εγώ έμπαινα στο γήπεδο για να κάνω ότι χρειαζόταν ώστε να νικήσει η ομάδα μου. Το άθλημα είναι ομαδικό. Δεν έπαιζα τένις. Αυτό φυσικά δεν αναγνωριζόταν στην αρχή. Αναγνωρίστηκε αργότερα”, για να μείνει στην ιστορία ως ένας “all around” παίκτες. Βάσει του ταλέντου του, θα μπορούσε να έχειπάει στο ΝΒΑ, θα μπορούσε να είναι αναπόσπαστο μέλος εκπροσώπου μας στην Ευρώπη για πολλά χρόνια, θα μπορούσε να υπάρχει  ὧν οὐκ ἔστιν αριθμός διακρίσεων στο παλμαρέ του. Τίποτα από αυτά δεν συνέβησαν. Αν μετάνιωσε κάτι; “Ίσως να πήγαινα στην Αμερική. Όχι όμως όταν έγινα ντραφτ. Στα 17 μου όταν μου είχε γίνει πρόταση από ένα πανεπιστήμιο. Τότε έπρεπε να μείνω στις ΗΠΑ, αλλά η Ομοσπονδία είχε άλλη άποψη. Μετά δεν με ενδιέφερε.

Δεν έχω και σε μεγάλη υπόληψη το ΝΒΑ. Σε θέματα τακτικής είναι κολοκύθια τούμπανα!

Είχε ομολογήσει πολλάκις πως ήταν οτιδήποτε άλλο, πέραν πρότυπο αθλητή. “Και έπινα, και κάπνιζα και ξενυχτούσα” είχε παραδεχθεί. Όχι, δεν τον ένοιαζε πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η ζωή του αν απέφευγε κάτι από όλα αυτά “γιατί έκανα αυτό που ήθελα. Δεν θα μπορούσα να ήμουν διαφορετικός άνθρωπος”. Και η επιλογή του είχε συνέπειες, τις οποίες ανέλαβε. Αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.

Ο Θεοφάνης Χριστοδούλου γεννήθηκε στις 22/5 του 1965, στη Δάφνη και στην πορεία της ζωής του θα… επιβεβαίωνε την ερμηνεία του ονόματος του (φανέρωση του Θεού). Όπως λέει στο Sport24.gr ο Παύλος Κορκίδης, ο άνθρωπος που έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, μαζί με τον Ανδρέα Βαρίκα για να πάει ο Φάνης στον Πανιώνιο “από παιδί φαινόταν πως διαφέρει από όλους τους άλλους. Με το που πάτησε το πόδι του σε γήπεδο μπάσκετ, από πολλή μικρή ηλικία ακολουθώντας στη Δάφνη τον αδελφό του, Χρήστο, ήταν ξεκάθαρο ότι πρόκειται για ταλέντο. Έβλεπες ένα παιδί ψηλό, με τη δυνατότητα να παίξει σε όλες τις θέσεις. Κάτι που τότε δεν υπήρχε. Ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό, πόσω μάλλον από τη στιγμή που ενώ μπορούσε να σκοράρει, εκείνος χαιρόταν να πασάρει. Και πίστεψε με, ουδείς μπορούσε να αντιληφθεί πού θα δώσει την μπάλα. “Διάβαζε” μοναδικά το παιχνίδι και για αυτό έγινε αγαπητός και στην Εθνική -δούλευε για όλους. Εμείς τον πήραμε στον Πανιώνιο, στα 15 και μαζί του πήραμε με το εφηβικό, πρωτάθλημα“. Μια στάση εδώ, για να μπουν… υπότιτλοι.

Η κλοπή του Πανιωνίου -από “αιώνιους”, Άρη και Πανελλήνιο

Το 1983 λοιπόν, ο “Μπέμπης” είχε ήδη γίνει διεθνής (σημείωση: ήταν ήδη “Μπέμπης”, λόγω των παιδικών χαρακτηριστικών στο πρόσωπο του), με τις μικρές εθνικές, αλλά αναφερόμαστε σε μια εποχή που η καλαθοσφαίριση ήταν μονόστηλο (στην καλύτερη περίπτωση) στις εφημερίδες. Όσοι ωστόσο, ασχολούνταν με το σπορ, είχαν ακούσει το όνομα “Φάνης Χριστοδούλου”. Εξ ου και οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (οι “αιώνιοι”, ο Άρης και ο Πανελλήνιος) είχαν αποταθεί στη Δάφνη, για να μάθουν πώς μπορούσαν να κάνουν δικό τους αυτό το παιδί. Στη λίστα ήταν και ο Πανιώνιος, ομάδα που δεν μπορούσε να φτάσει τις οικονομικές προτάσεις των υπολοίπων. Υπήρχαν όμως, άλλα γεγονότα που τον εξέλισσαν σε φαβορί. Κατ’ αρχάς, το 1977, η ποδοσφαιρική ομάδα του Πανιωνίου είχε πάρει από τη Δάφνη ένα παιδί που λεγόταν Νίκος Αναστόπουλος. Δεύτερον, λόγω της μικρής απόστασης που χωρίζει την περιοχή από τη Νέα Σμύρνη είχε -ανέκαθεν- φίλα προσκείμενους στην ποδοσφαιρική ομάδα του Ιστορικού. Αυτοί οι φίλαθλοι θα συγκεντρώνονταν (όπως είχε γράψει ο Τάκης Ευσταθίου τότε, στην “Αθλητική Ηχώ”) έξω από τα γραφεία της ομάδας και… ενημέρωναν πως για το καλό όλων θα ήταν χρήσιμο ο Χριστοδούλου να πάει στον Πανιώνιο. Ο… τρίτος άσος ήταν ότι οι “κυανέρυθροι” πρόσφεραν τέσσερις παίκτες (Μπέλσης, Κωνσταντώνης, Κιούσης, Ολύμπιος) και έναν προπονητή (Μάκης Δενδρινός). Το πακέτο έγινε ξαφνικά, το πιο θελκτικό όλων και η μετακόμιση γεγονός.

Ο Πανιώνιος έδωσε 3.000.000 δρχ -με τις 500.000 να πηγαίνουν στον νεαρό που ήταν με την Εφήβων στη Ρουμανία, αλλά είχε αφήσει έγγραφο με την υπογραφή του στον πατέρα του, πριν το ταξίδι.

Έτσι, ξεκίνησε μια σχέση ζωής, που διήρκεσε έως το 1997. Συμπτωματικά, αυτή θα ήταν η διάρκεια και της σχέσης του με την “επίσημη αγαπημένη”, από το ντεμπούτο στις 31/8 του 1983, στους Βαλκανικούς αγώνες -ήταν μόλις 18 χρόνων. “Ο Φάνης ήταν η αδυναμία μας” συνεχίζει ο Κορκίδης, “πάντα τον προσέχαμε” και vise versa. Με τον “Μπέμπη” ο Πανιώνιος θα κόντραρε τον Άρη και τον ΠΑΟΚ, με τον “Μπέμπη” θα κατακτούσε το Κύπελλο Ελλάδας το 1991, με τον “Μπέμπη” θα τερμάτιζε στη 2η θέση του πρωταθλήματος, το 1987, με τον “Μπέμπη” θα διέγραφε αξιοπρεπέστατες πορείες στην Ευρώπη. Η ομάδα της γειτονιάς θα έβγαινε από τα στενά όρια της πόλης των 50.000 -τότε- κατοίκων. Το καλοκαίρι, θα γινόταν το βασικό “τριάρι” της Εθνικής -και στο θρίαμβο του ’87-, θα σκόραρε το τρίποντο της πρόκρισης στην τετράδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου -το 1990, επί του διοργανωτή Καναδά του Steve Nash-, ενώ το 1996 θα αποκτούσε και εμπειρία από Ολυμπιακούς αγώνες. Σε αυτές τις υποχρεώσεις ήταν που θα χρησιμοποιείτο σε όλες τις θέσεις. Μα σε όλες.

“Όταν είχαμε πάει για πρώτη φορά στην Αμερική, με τον Πολίτη, για προετοιμασία που περιλάμβανε και ματς με κολεγιακές ομάδες, δεν μπορούσαμε να περάσουμε το κέντρο. Μας πίεζαν και δεν είχαμε έναν τύπο να πάρει την μπάλα και να τη κατεβάσει σε 8 δευτερόλεπτα” θυμάται ο Κορκίδης. Και τι έκαναν οι “κυανέρυθροι”; “Δώσαμε την μπάλα στον Φάνη και έκανε και αυτή τη δουλειά!”. Μια στάση εδώ: βλέπετε, το “Φάνης” ήταν αρκετό για να καταλάβουν όλοι περί ποίου παίκτη επρόκειτο. Ήταν ο πρώτος μπασκετμπολίστας που έγινε γνωστός, με το μικρό του όνομα.

Ο Ιστορικός που λέτε, είχε πάρει το κύπελλο Ελλάδος (τον Απρίλιο του 1991), οπότε δήλωσε πως “δεν θα φύγω ποτέ από την ομάδα“. Δύο χρόνια μετά, σε συνέντευξη του στον Γιώργο Βαλαβάνη και στο “Τρίποντο” θα εξηγούσε πως “δένομαι με ανθρώπους και καταστάσεις, αλλά βλέπω πως μερικές φορές μου βγαίνει σε κακό. Και αν θέλω να λέγομαι επαγγελματίας που ζω από το μπάσκετ, δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι“. Θα νόμισε κανείς πως ήταν έτοιμος να φορέσει άλλη φανέλα. Θα… έκανε λάθος, παρ’ ότι ο ίδιος θα επέμεινε λίγο περισσότερο (από το όριο) για την ανάγκη του να ζήσει άλλες εμπειρίες. “Πριν τον Τζούροβιτς, είχαμε τέσσερα χρόνια τον Δενδρινό και είχαμε παραγνωριστεί. Έγιναν πολλά λάθη από τη διοίκηση. Μας άφησαν ξεκρέμαστους. Είμαι δέκα χρόνια στον Πανιώνιο και όταν ήλθα από τη Δάφνη κατάλαβα ότι η ομάδα έχει ανθρώπους που ξέρουν από μπάσκετ και έχουν διάθεση για δουλειά. Πού είναι όμως, ένας νέος Βαρίκας; Ο καθένας ασχολείται με τα διοικητικά και έχει κρίση για τα πάντα. το μπάσκετ έχει γίνει καθαρά επαγγελματικό και ο Πανιώνιος χάνει τις εξελίξεις”.

Θα του θύμιζαν πως… δεν σκοτώνεται ακριβώς στις προπονήσεις και ότι χαραμίζει το ταλέντο του. Θα εξηγούσε πως “ξέρω ποιος είμαι τι μπορώ να επιτύχω. Μου λείπουν τα κίνητρα. Δεν ευχαριστιέμαι αυτό που κάνω στον Πανιώνιο. Το μπάσκετ είναι ψυχολογικό άθλημα. Όταν είσαι σε καλή κατάσταση και έχεις στόχους, μπορείς να καταστρέψεις τον κάθε αντίπαλο. Δεν μπορεί οι Έλληνες παίκτες να είναι καλύτεροι από τους ξένους. Μαρκάρω παίκτες από… 1.10 έως και 2.20, κατεβάζω την μπάλα επειδή τα γκαρντ δεν μπορούν. Δηλαδή τι άλλο να κάνω; Να πεθάνω στο γήπεδο; Η ομάδα αφέθηκε στην τύχη και όλοι περίμεναν ότι θα παίξουμε μόνοι μας. Δεν ξεχάσαμε το μπάσκετ που ξέρουμε. Ξέρεις τι μου έχει λείψει; Να παίξω μπροστά σε 14.000 κόσμου. Μόνο με την Εθνική έχω νιώσει αυτό το συναίσθημα και περιμένω αυτούς τους μήνες. Οι φιλοδοξίες μου δεν συμβαδίζουν με αυτές του Πανιωνίου. Βαρέθηκα τα ίδια πρόσωπα και θέλω να ανανεωθώ ως άνθρωπος και ως αθλητής. Είμαι συναισθηματικός τύπος. Δεν το κρύβω. αλλά δεν είμαι και το παιδάκι που το πείθουν όταν του δίνουν μια σοκολάτα για να γλυκαθεί. Αν μείνω στον Πανιώνιο άλλη μια χρονιά, θα καταστραφώ. Αν θέλει ο Πανιώνιος να με καταστρέψει, ας με κρατήσει. Αλλά η ομάδα δεν θα έχει κανένα κέρδος πλέον από εμένα. Άλλοι ορίζουν την τύχη μου, αλλά δεν θα δεχτώ να συμμετάσχω σε ένα παιχνίδι που είναι εξ αρχής χαμένο για εμένα”.

Από όλα αυτά (συν τη δήλωση “ο ΠΑΟΚ και ο Ολυμπιακός δουλεύουν σε επαγγελματικά πρότυπα και εκφράζουν τις φιλοδοξίες μου“) θα υπέθετε κανείς πως είχε ήδη υπογράψει αλλού. Γράψτε λάθος. Ο κόσμος και ο Βεντούρης τον έπεισαν να υπογράψει συμβόλαιο έως το 1998. Με καλά χρήματα, αλλά όπως είχε διευκρινίσει ήδη “δεν πιστεύω ότι είναι πρόκληση τα χρήματα που θα πάρω, γιατί δεν τα κλέβω από κανέναν. Αυτοί που τα δίνουν, τα βγάζουν”. Έμεινε έως το 1997, καθώς προηγήθηκε μια καταστροφική σεζόν σε Ελλάδα και Ευρώπη-με τις σχέσεις του Φάνη και των “Πανθήρων” να διαταράσσονται σε σημείο που οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμα το πέταγμα μιας φανέλας. Αργότερα, θα αποκάλυπτε ότι “είχα βαρεθεί να γίνονται προτάσεις ουσιαστικά χωρίς… ανταλλάγματα. Ένα καλοκαίρι θυμάμαι πως πίστεψα πράγματι πως θα φύγω από τον Πανιώνιο, αφού είχα πάει στο σπίτι του Κόκκαλη με τον Ιωαννίδη και είχαμε συμφωνήσει σε όλα. Πρέπει να ήμουν ο μοναδικός παίκτης που είχα πάει στο σπίτι του Κόκκαλη. Το ραντεβού είχε γίνει τον Ιούνιο, όμως έφτασε Αύγουστος και όλοι ήταν εξαφανισμένοι. Ούτε το τηλέφωνο δεν είχε χτυπήσει”. Αυτό θα άλλαζε το καλοκαίρι του 1997.

Τώρα ας πεθάνει όρθιος

Οι διεκδικητές ήταν δύο: η ΑΕΚ και ο Παναθηναϊκός. Οι “πράσινοι” τον κέρδισαν και μαζί τους θα πανηγύριζε το μοναδικό πρωτάθλημα Ελλάδος, της καριέρας του, έπειτα από επεισοδιακή σειρά τελικών, με τα επεισόδια να αφορούν και εκείνον με τον “ξανθό”. Σε συνέντευξη του, όταν πια είχε κρεμάσει τη φανέλα του, τον είχαν ρωτήσει “όταν έπαιζες… έπεσες πάνω στην εποχή της παντοκρατορίας του Άρη και μετά του Ολυμπιακού. Κοινό πρόσωπο σε αυτές τις δύο ομάδες ήταν ο Γιάννης Ιωαννίδης. Θεωρείς ότι έπαιξε ρόλο σε αυτό το σύστημα που προφανώς λειτουργούσε υπέρ των ομάδων του;”, για να απαντήσει “βέβαια έπαιξε ρόλο… Και καλά έκανε! Εγώ του βγάζω το καπέλο. Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Προστάτευσε τις ομάδες του και καλά έκανε. Δεν με νοιάζει πως το έκανε. Έκανε ευτυχισμένους τους παίκτες του. Και βγήκε μπροστά”.

Η επόμενη ερώτηση ήταν “είναι καλό για έναν προπονητή να ασχολείται με το κομμάτι της διαιτησίας;”. Είπε πως “καλό δεν είναι, αλλά έτσι είναι το ελληνικό σύστημα”, πριν τον ρωτήσουν “ήταν μέρος του συστήματος ο “ξανθός;” και απαντήσει “βέβαια“. Επί του καβγά που είχαν, οι δημοσιογράφοι του ζήτησαν να εξηγήσει αν η φράση που είχε πει παλαιότερα (“το κακό με τον Πανιώνιο, που του στοίχισε 2 με 3 πρωταθλήματα ήταν ότι δεν ήταν δυνατός έξω από το γήπεδο. Νιώθω ότι μου κλέβουν τον ιδρώτα“) αφορούσε και τον Ιωαννίδη. Εξήγησε ότι “ο καβγάς που έγινε στο συγκεκριμένο παιχνίδι του Παναθηναϊκού με την ΑΕΚ, έγινε γιατί όλα αυτά τα χρόνια τρώγαμε αυτό το παραμύθι και με τον Πανιώνιο μας έκλεβαν τον ιδρώτα… Δεν το ανέχτηκα να γίνει και με τον Παναθηναϊκό, που ήταν οικονομικά εύρωστος… Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ο Ιωαννίδης πήγε να κλέψει πάλι το παιχνίδι και έκανα την βαβούρα για να γυρίσει το παιχνίδι. Είχαμε μία μεγάλη διαφορά και έκανε μανούρα, με αποτέλεσμα η διαφορά να μειωθεί. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν αποφάσισα να κάνω το ίδιο για να μην χάσουμε. Και να ξέρεις ότι δεν ήθελα να τον χτυπήσω… Απλά αντέδρασα για να μην χάσουμε“.

Μια λεπτομέρεια: μετά το 1-1 της σειράς, ο “ξανθός” είχε δηλώσει “εγώ θα πεθάνω όρθιος”. Μετά το 2-1, ο Χριστοδούλου θα σχολίαζε “τώρα… ας πεθάνει όρθιος”.

Θα έπαιζε ωστόσο, ποτέ για τον Ιωαννίδη; “Ναι. Με τα μυαλά που έχω τώρα ναι. Όταν σταματάς το μπάσκετ διαπιστώνεις πως στην Ελλάδα κινούνται όλα γύρω από τη φιλοσοφία, “πώς θα άρπαξεις, τι θα αρπάξεις και πόσα θα αρπάξεις”. Με στόχο να περάσεις καλά. Θα μπορούσα να παίξω για τον Ιωαννίδη, να κονομήσω και να πανηγυρίζω στους τίτλους“. Αλλά δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Πράγμα που αποδεικνύεται και από το ακόλουθο γεγονός.

Είχε ξεκινήσει προπονήσεις, αλλά ένιωθε… μπαγιάτικος

Το συμβόλαιο που είχε υπογράψει, ήταν διετές. Αλλά σε μια έκρηξη τιμιότητας, το καλοκαίρι του ’98 είχε συναντηθεί με τον Θανάση Γιαννακόπουλο, για να τον ενημερώσει πως έχει πρόβλημα με το γόνατο και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να τιμήσει τη δεύτερη σεζόν της συμφωνίας (!). Τον Οκτώβριο του 1998, ένα Σάββατο μεσημέρι, είχε εμφανιστεί στο ξενοδοχείο στο οποίο γευμάτιζε ο ΠΑΟ πριν ένα ματς -με το Μαρούσι. Κάθισε… να φάει μια μπουκιά, με τον Ράτζα να τον ρωτά αν ήθελε να επιστρέψει. Βλέπετε, είχε ξεκινήσει προπονήσεις, αλλά χωρίς να ‘χει πει ποιος είναι ο στόχος. “Κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να είμαι ο Φάνης, ο καλός εαυτός μου δηλαδή. Δεν ήθελα να με κοροϊδεύει ο κόσμος ούτε να κοροϊδεύω εγώ τον Παναθηναϊκό παίρνοντας τσάμπα λεφτά και γι’ αυτό στις αρχές Φεβρουαρίου το πήρα απόφαση και σταμάτησα τις προπονήσεις”, διευκρίνισε χρόνια μετά, “προσπαθούσα να πηδήσω για ριμπάουντ και δεν ξεκολλούσαν τα πόδια μου από το παρκέ. Είναι σίγουρο ότι θα έπαιζα με σχετική αξιοπρέπεια, αλλά δυστυχώς οι αθλητές, σε αντίθεση με τα περισσότερα επαγγέλματα, έχουν ημερομηνία λήξεως, μετά την παρέλευση της οποίας είσαι λιγότερο ή περισσότερο… μπαγιάτικος! Να σου πω και κάτι άλλο; Εγώ πάντα ήθελα τη βολή μου. Μου έλεγαν για να με συμμορφώσουν “κόψε, ρε Φάνη, το τσιγάρο και σταμάτα να καβαλάς τη μηχανή” και εγώ απαντούσα ότι όσο μπορώ θα τα κάνω όλα. Δεν ήμουν από τους τύπους που θα συμβιβάζονταν με μια ασκητική ζωή για να επεκτείνουν για ένα-δύο χρόνια την καριέρα τους ή να κερδίσουν περισσότερα λεφτά“.

Μετάνιωσε που δεν δοκίμασε εκείνη τη δεύτερη σεζόν; “Μεταγενέστερα λες τι… μαλακίες έκανα (γέλια)! Είχε βγει κάποτε ο Θανάσης και είπε ότι “ο Φάνης ήταν ο μόνος που έφερε λεφτά πίσω στον Παναθηναϊκό”. Πήγα και έσπασα μόνος το συμβόλαιο μου και δεν έκανα αυτό που έκανε ο Κάτας και τόσοι άλλοι. Θα μπορούσα να κάτσω και να παίρνω τα λεφτά ακόμη και… κουτσός”. Εκείνος αρνήθηκε. Ομάδες από την Ευρώπη του έκαναν προτάσεις 2-3 χρόνια, αφότου είχε εγκαταλείψει. Εκείνος δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία καν να τις διαβάσει. Το θέμα είχε λήξει. Του έκαναν και ουκ ολίγες προτάσεις να πολιτευτεί. Απαντούσε “δεν μπορώ να λέω ψέματα στον κόσμο“.

Η αμαρτία είναι πάντα γλυκιά

Η σχέση του με τη ζυγαριά δεν ήταν ποτέ καλή, γιατί πολύ απλά… δεν τον ένοιαζε. Τον είχαν ρωτήσει ποιο ήταν το μεγαλύτερο νούμερο που είχε δει σε αυτό… το μηχάνημα, όταν έπαιζε. Είχε ενημερώσει πως ήταν το “120” και μετά ρώτησε “το ’87 με βλέπατε αδύνατο ή χοντρό;”. Μια χαρά. “Ε, ήμουν 115 κιλά“! Ο Χένρι Τέρνερ είχε να λέει χρόνια μετά πως “διασκέδαζα πάρα πολύ μαζί του εκείνη την εποχή και τον πείραζα για τη δίαιτα που έκανε. Θέλεις να σου; Ο Φάνης έτρωγε μόνο καρπούζια για να μείνει σε καλή κατάσταση! Φοβερός τύπος”. Αργότερα, όταν σταμάτησε πήγαινε με φίλους και εξασκούσε το σπορ στο γήπεδο της αμερικανικής βάσης. “Για να ιδρώσουμε και να χάσουμε κανά κιλό” έλεγε γελώντας, πριν καταλήξει στο “η αμαρτία είναι πάντα γλυκιά“! Αυτή (η αμαρτία) ήταν και ο κύριος λόγος που είχε θέματα με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Όταν του είχαν ζητήσει να αποκαλύψει το όνομα του προπονητή που πλησίασε περισσότερο τη ψυχολογία του, είχε πει “ο Πολίτης και ο Δενδρινός. Μπάσκετ πολύ ήξερε ο Ίβκοβιτς, αλλά ήταν τρελός για δέσιμο. Δεν γούσταρε τα μεγάλα ονόματα και τα βράδια μάλλον έπινε περισσότερο από όσο έπρεπε. Έτσι, το πρωί στην προπόνηση ψάχναμε την πόρτα να φύγουμε. Και πλακωνόμαστε“. Για τα κιλά. Όταν πήγε ο “Ντούντα” στη Νέα Σμύρνη, ο Χριστοδούλου επέστρεφε από τραυματισμό και είχε… βαρύνει κάπως. Ο Σέρβος κόουτς του ζήτησε να ζυγιστεί, εκείνος ενημέρωσε ότι αυτό είναι κάτι που δεν συνηθίζει να κάνει και έγινε ο κακός χαμός.

Το επιχειρηματικό λούκι, δεν το είχα

Άπαξ λοιπόν, και το πήρε απόφαση πως η καριέρα του είχε φτάσει στο τέλος της, στράφηκε στις επιλογές που είχε για να κάνει κάτι με τα χρήματα που είχε βγάλει. Αυτό που έγινε, ήταν να τα χάσει όλα. “Οι επιχειρηματικές κινήσεις μου είναι λάθη για τα οποία έχω μετανιώσει. Έκανα ανοίγματα και την πάτησα. Το μεγάλο μου λάθος ήταν πως ασχολήθηκα με τις επιχειρήσεις και απομακρύνθηκα από τον χώρο του μπάσκετ. Βέβαια, όταν σταμάτησε δεν μου έγιναν προτάσεις. Μπορούσα όμως, να τις απαιτήσω. Δεν το έκανα και τώρα το χρεώνομαι ως λάθος”.

Τι πήγε στραβά με τις επενδύσεις του; “Ήμουν χίλιες φορές καλύτερος μπασκετμπολίστας, παρά επιχειρηματίας. Στον επιχειρηματικό χώρο επικρατεί μεγάλη βρομιά και είχα ατυχείς συγκυρίες. Προσπάθησα μάταια να διατηρήσω τις απολαβές που είχα ως αθλητής και μετά το τέλος της καριέρας μου. Είχα ασχοληθεί με πολλά και διάφορα: με εισαγωγές ειδών ένδυσης, με κατασκευαστική εταιρεία, μέχρι και με το χρηματιστήριο. Μπήκα σε κάποια διαφορετικά μετερίζια, από τα οποία από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσα να ξεφύγω. Παρασύρθηκα σε ένα λούκι επιχειρηματικό που δεν “το’ χα” και έκανα επιλογές που δεν στηρίχτηκαν αποκλειστικά σε δικές μου αποφάσεις. Τώρα, ξέρω ότι αυτές οι επιλογές ήταν εντελώς λάθος”.

Από το 2009 έγινε μόνιμος κάτοικος Πάρου, απ’ όπου κατάγεται η σύζυγος του Νάνσι και διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ στην περιοχή Μάρμαρα -ένα χωριό με λιγοστούς κατοίκους. Δεν του λείπει η Αθήνα (“η ζωή εδώ είναι πολύ καλύτερη”) και για μετανιώνει που δεν μετακόμισε νωρίτερα (“γιατί περνάω υπέροχα. Έχω δημιουργήσει παρέες, έρχονται οι φίλοι για διακοπές και το χειμώνα η ζωή δεν είναι δύσκολη”). Οι κόρες του, Μαριαλένα, Πένυ και Ντόρα έχουν ανοίξει τα φτερά τους. Αν ξέρουν ποιον έχουν για πατέρα; “Κάποια στιγμή, ήρθε μία από τις κόρες μου και μου είπε: “μπαμπά σε γράφει το βιβλίο που έχουμε στο σχολείο“! Άρα, όπως καταλαβαίνετε, εκείνος δεν είπε κουβέντα.

Τη Μεγάλη Τρίτη, του 2010, ο Πανιώνιος διοργάνωσε φιλικό προς τιμήν του, στο οποίο εμφανίστηκαν 2000 φίλαθλοι. Ο αντιπρόεδρος του του συλλόγου βετεράνων Ελλάδας, Σάκης Τζαλαλής κάλεσε τη μητέρα του Χριστοδούλου, Ελένη, για να βραβεύσει τον γιο της. Αυτή ήταν η στιγμή που σημάδεψε την ημέρα, μαζί και με το standing ovation του κόσμου. Εκείνος, έκανε προσπάθεια για να σταματήσει τα δάκρυα του. Μετά θα εξηγούσε “όταν έπαιζα, για τους δικούς μου λόγους, δεν ήθελα να έρχονται στο γήπεδο οι γονείς μου. Είναι οξύμωρο, αλλά αυτή πια είναι η πιο όμορφη στιγμή μου, παραλαμβάνοντας ένα βραβείο από τη μητέρα μου“. Ήταν στο παρκέ, για τέσσερα λεπτά και αυτή ήταν η τελευταία… ενεργή συμμετοχή, μπροστά στα μάτια κόσμου.

Πώς θα μπορούσε να μεγαλουργήσει

Ρωτήσαμε τον κ. Κορκίδη υπό ποίες συνθήκες θα μπορούσε ο Φάνης να έχει εκμεταλλευτεί στο έπακρο το ταλέντο του. Μας εξήγησε ότι “δεν ήθελε κάτι περισσότερο. Ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο που έχει βγάλει ποτέ η Ελλάδα. Αν ήταν και ιδιαίτερος αθλητής, δεν θα έμενε εδώ. Θα έπαιζε στις ΗΠΑ. Μόνο αν έφευγε νέος από την Ελλάδα… ίσως να έφτανε εκεί που πραγματικά μπορούσε”, όπου σχολείο τον είχε ζητήσει από το 1982, ενώ αργότερα έγινε και pick σε ΝΒΑ draft. “Είχε πρόταση από το ΝΒΑ και ούτε καν ασχολήθηκε. Ήταν χαρούμενος με αυτά που είχε. Δεν ήθελε να δουλέψει περισσότερο, δεν ήθελε να προσπαθήσει περισσότερο. Κάπως έτσι, είδαμε μόνο ένα ποσοστό αυτού που ήταν πραγματικά ο Φάνης“. Ο ίδιος σχολίασε “νομίζω ότι πιο πολύ μου είχε βγει το όνομα. Κάπνιζα, ναι και έκανα τη ζωή μου αλλά ήταν μια νορμάλ ζωή, χωρίς υπερβολές. Άλλωστε πάντα πορεύτηκα θεωρώντας ότι αυτό που έκανα δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Αθλητές ήμασταν, μπάσκετ παίζαμε. Ήμασταν πρωτοπόροι στον τομέα μας, κάναμε το ελληνικό μπάσκετ παγκοσμίως γνωστό, αλλά υπάρχουν κι άλλες δουλειές πιο σημαντικές. Επιστήμονες ας πούμε που κάνουν θαύματα και προσφέρουν χωρίς να αναδεικνύονται ποτέ“. Ναι, τέτοιος τύπος ήταν και ο ίδιος παραμένει.

πηγή: sport24.gr

Θυμήθηκε την άνοδο με το Ανόβερο ο Μπεκ (pics)

Previous article

Η ζωή των «πράσινων» τερματοφυλάκων (pics)

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.