0

Τρεις διακεκριμένοι σκόρερ της λίγκας, οι οποίοι με τις εντυπωσιακές τους επιδόσεις φώναξαν πως είναι κι εκείνοι έτοιμοι να αρπάξουν την όποια ευκαιρία τους παρουσιαστεί στο top επίπεδο. Ποιος πιστεύετε ταιριάζει καλύτερα στον Παναθηναϊκό;

Τόνι Ρότεν (1993, Anwil)

Ο άλλοτε NBAer έπαιξε μέχρι τα τέλη Γενάρη στην Άνβιλ, ενώ για μερικές μέρες το όνομα του είχε συνδεθεί εκείνη την περίοδο με τον Ολυμπιακό – κατά τις πρώτες μέρες της επιστροφής του Γιώργου Μπαρτζώκα στην Ελλάδα. Εν τέλει, ο 27χρονος γκαρντ είχε υπογράψει στην Μπανταλόνα, εκεί όπου βρέθηκε μέχρι την διακοπή της σεζόν – πρόλαβε να εμφανιστεί μόλις σε 4 ματς με απολογισμό 11.3 πόντους, 2.8 ριμπάουντ και 4.5 ασίστ (από τις 29 Απριλίου είναι free agent, αποχωρώντας από την ομάδα εν μέσω της πανδημίας του covid-19). Η εντυπωσιακή παρουσία του στο BCL λίγο καιρό νωρίτερα με τον πολωνικό σύλλογο ήταν το… εισιτήριο, ώστε να τον οδηγήσει γρήγορα σε ανώτερο πρωτάθλημα – όπως κι έγινε, με την μεταγραφή του στην ACB. Έκανε ένα “restart” στην καριέρα του από τα… χαμηλά (πέρσι Κάλεβ στην Εσθονία, φέτος Ανβίλ στην Πολωνία), προκειμένου να αποδείξει και πάλι πως αποτελεί “κλάση” και ν’ ανέβει σταδιακά.

Ο Ρότεν κάθε εβδομάδα στα παρκέ του Champions League έκανε επίδειξη ικανοτήτων, όντας και στα 13 παιχνίδια που αγωνίστηκε διψήφιος στο σκοράρισμα. Ήταν ο ηγέτης της Άνβιλ, αντιπάλου της ΑΕΚ στην πρώτη φάση της διοργάνωσης – κόντρα στην ελληνική ομάδα είχε 12/5/4 στην αναμέτρηση επί πολωνικού εδάφους (από τα άσχημα ματς του, αφού ο Σαντ-Ρος τον είχε περιορίσει αισθητά). Συνολικά κατέγραψε 18.6 πόντους με 58% στα δίποντα, 28% πίσω από το τόξο των 6.75 μέτρων και 54% από την γραμμή των προσωπικών. Σε έξι περιπτώσεις πέτυχε 20+ πόντους, με season-high τους 28 απέναντι στην Χάποελ Ιερουσαλήμ. Παίκτης – σταρ που αναλωνόταν σε σημαντικό αριθμό προσπαθειών κι είχε ως προτεραιότητα στο παιχνίδι του το πώς θα βάλει την μπάλα στο καλάθι, πλησιάζοντας προς αυτό – δεν είναι σουτέρ, αλλά σλάσερ. Επίσης προσέφερε 4 ασίστ, 3.9 ριμπάουντ και 1.6 κλεψίματα, φτάνοντας τις 15.6 μονάδες στο ranking.

Έχοντας περισσότερες από 150 εμφανίσεις στο ΝΒΑ στην καριέρα του, ο Ρότεν ήταν δεδομένο πως είναι “too much” για μια διοργάνωση όπως το BCL. Επιβεβαίωσε λοιπόν πως πρόκειται για παίκτη υψηλής ποιότητας που θα χωρούσε κάλλιστα σε όλα τα μικρομεσαία κλαμπ της Ευρωλίγκα. Μεγάλο προσόν αποτελεί η σωματοδομή του, με ύψος που προσεγγίζει τα δύο μέτρα, ενώ ελκυστικό τον κάνει και το ότι δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια. Έχει αποκτήσει το… ευρωπαϊκό κολάι, το κασέ του δεν είναι απαγορευτικό κι η ποιότητα του είναι αδιαμφισβήτητη. Τι θα χρειαζόταν ο Ρότεν; Έναν μεθοδικό κι έμπειρο προπονητή, που θα τον μετέτρεπε περισσότερο σε παίκτη ομάδας, χρήσιμο για ολόκληρο το σύνολο, κάνοντας τον να αφήσει για λίγο στην άκρη,την υπερβολή που συχνά χαρακτηρίζει τους κατ’ εξοχήν σκόρερ. Κατά τα λοιπά, είναι 100% έτοιμος.

 

Μάρκους Φόστερ (1995, Hapoel Holon)

Τους τελευταίους μήνες όλο και πιο συχνά πέφτω πάνω στο όνομα του Φόστερ στα social media, αφού καλώς ή κακώς, μετά τη φετινή του σεζόν, αναπτύχθηκε έντονη συζήτηση γύρω από το όνομα του. Οι 17.8 πόντοι (62% στα δίποντα, 35% στα τρίποντα και 73% βολές) του σε 14 παιχνίδια του BCL, αλλά κι οι 20.2 στην Winner League δημιούργησαν φυσιολογικό buzz, για έναν μέχρι πέρσι άσημο παίκτη που είχε παίξει μόνο σε Λίβανο και Κορέα! Μιλάμε επί της ουσίας για έναν “rookie” που τώρα μαθαίνει την γηραιά ήπειρο.

Ο 25χρονος σκόρερ είναι δυνατός κι εκρηκτικός, ένας “ταχυδυναμικός” περιφερειακός με ύψος 1.91μ. και σύγχρονα στοιχεία. Είναι πρώτα εκτελεστής κι έπειτα δημιουργός. Έχω διαβάσει από ‘δω κι από ‘κει πως είναι απλά σούτινγκ γκαρντ χωρίς δημιουργία, κάτι που δεν ισχύει. Είναι ξεκάθαρο πως η πάσα δεν αποτελεί προτεραιότητα του, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να φτιάξει φάσεις. Υπήρχαν άλλωστε αρκετές περιπτώσεις φέτος όπου πέρα από πολλούς πόντους, έγραψε και ασίστ στο κοντέρ του. Νιώθει πιο άνετα κι είναι αποδοτικότερος με έναν “μετριοπαθή” γκαρντ σαν τον Οχαγιόν στο πλευρό του. Η παρουσία του βετεράνου Ισραηλινού στην θέση “1” απελευθέρωσε τον Φόστερ. Κοινώς, δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να είναι από μόνος “το άλφα και το ωμέγα” ενός backcourt, μπορεί όμως να είναι κομμάτι μιας γραμμής, όπου θα έχει τα κατάλληλα στηρίγματα. Το μακρινό σουτ του είναι συχνά ασταθές, κατά μέσο όρο θα το χαρακτηρίζαμε μέτριο προς καλό, είναι περισσότερο αυτό που συχνά αποκαλούμε “σουτέρ ημέρας”.

Γενικώς, ο νεαρός Αμερικανός βρέθηκε σε μια ομάδα όπου “φίταρε” καλά από νωρίς, ταίριαξε με το παιχνίδι της και μπόρεσε να αναδειχθεί, ιδίως επιθετικά. Θα έλεγα πως, παρά τον θόρυβο, δεν είναι απολύτως έτοιμος ως μονάδα για μια τόσο μεγάλη μετάβαση, καθώς πρέπει να δουλέψει πράγματα που αφορούν την αντίληψη, την αμυντική του παρουσία, αλλά και να αποκτήσει ακόμη περισσότερες εμπειρίες κι εικόνες από την Ευρώπη. Έχει αναμφίβολα εξαιρετική ύλη κι ήταν ντε φάκτο μέσα στους Top5 γκαρντ του Champions League, όμως δεν πρέπει να υπερβάλλουμε. Από ομάδες του Ισραήλ έχουμε δει κι άλλους Αμερικανούς τα τελευταία χρόνια (Κόρεϊ Γουόλντεν, Γκλεν Ράις, Μαρκ Λάιονς, Κάρλον Μπράουν) να κάνουν breakout, αλλά αργότερα να μένουν στάσιμοι. Ο Φόστερ πρέπει να δώσει συνέχεια στη φετινή του σεζόν, να παραμείνει πιστός στην ατομική του πρόοδο και να αποδείξει δηλαδή πως δεν ήταν απλά ένα πυροτέχνημα. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε το ποια ομάδα θα ποντάρει πάνω του τελικά.

 

Κιθ Χόρνσμπι (1992, Torun)

Ο Χόρνσμπι ήταν μια “ψαγμένη” και low-cost επιλογή από την Τόρουν, η οποία απέκτησε έναν παίκτη που είχε αγωνιστεί μόνο στην G League ως τα 27 του χρόνια! Από το 2016 έως το 2019, βρισκόταν στους Texas Legends (κάθε χρόνο μάλιστα ήταν All Star στο αναπτυξιακό πρωτάθλημα). Στα 14 παιχνίδια του στο BCL έκανε την διαφορά με 16.6 πόντους (49% δίποντο, 44% τρίποντο, 78% βολές), 3.4 ασίστ, 1.4 κλεψίματα και 3.3 ριμπάουντ ανά 30 λεπτά. Πολύ καλό μακρινό σουτ, ελάχιστα λάθη (μόλις 0.9) στο παιχνίδι του και εξαιρετικά γρήγορη προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Έδειξε να κατανοεί ταχύτατα τα ζητούμενα και δεν είχε πρόβλημα να “βγει μπροστά”. Η Τόρουν δεν ήταν βέβαια ιδιαίτερα ανταγωνιστική στην διοργάνωση, αυτό όμως δεν εμπόδισε τον γκαρντ από την Βιρτζίνια στο να ανεβάσει τις ατομικές του μετοχές, όντας συνεπής και σταθερά καλός.

Είχε μόλις ένα ματς όπου έμεινε κάτω από τους 10 πόντους, σημείωσε τέσσερις “εικοσάρες”, βάζοντας μάλιστα 8 τρίποντα (!) σε παιχνίδι κόντρα στην Στρασμπούρ – δείτε το βίντεο παρακάτω. Την ίδια ώρα, στην PLK κατέγραφε 15.1 πόντους, 3.1 ριμπάουντ και 2.5 ασίστ. Ο Χόρνσμπι έκανε “απόσβεση” και προφανώς είναι έτοιμος για να τεστάρει την τύχη του σε ένα πιο δυνατό σύνολο, με αυξημένες οικονομικές απολαβές για τον ίδιο, που θα αγωνίζεται και σε πιο εμπορικό πρωτάθλημα. Παρουσίασε δείγματα παίκτη που έχει αυτοπεποίθηση ως εκτελεστής, δε φοβάται ακόμη κι αν δεν είναι “hot” και προσπαθούσε παράλληλα να χτίσει κι ένα πιο “all-around” πακέτο, συνεισφέροντας δημιουργικά, αλλά και στον τομέα των ριμπάουντ, με θετικούς μέσους όρους, παρότι μιλάμε για κοντό.

Αξίζει να αναφέρουμε πως ο Χόρνσμπι ήταν το “νούμερο 2” στο LSU, πίσω από τον Μπεν Σίμονς, τη σεζόν 2015-16, όμως ένας σοβαρός τραυματισμός ανέκοψε την πορεία του. Έδειξε φέτος πως πρόκειται για έναν ιδιαίτερα αθλητικό παίκτη, με δυνατό σκαρί, ταχύτατες εκτελέσεις και χαρακτηριστική μηχανική. Ξέρει μπάσκετ, έχει IQ και πραγματικά πολλές φορές φαινόταν σα να μην ανήκει στο συγκεκριμένο επίπεδο. Σίγουρα αξίζει να δοκιμαστεί από ένα πιο ισχυρό κλαμπ, εστώ κι αν ο ρόλος του θα ήταν προφανώς μικρότερος συγκριτικά με αυτόν που είχε. Η ηλικία του υπαγορεύει πως αν είναι να γίνει ένα μεγάλο βήμα, αυτό πρέπει να συμβεί στο εγγύς μέλλον κι όχι αργότερα.

Ποιος από αυτούς πιστεύετε ότι θα άξιζε μια ευκαιρία στον Παναθηναϊκό;

Τρεις σκόρερ του Champions League έτοιμοι για το level up

πηγη: basketballguru.gr

Όταν ο Μακέντα θεωρήθηκε ο «νέος» Κριστιάνο (vids)

Previous article

Ο Βαγιαννίδης φέρνει στον Παναθηναϊκό χρήματα που δεν περίμενε ποτέ!

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.