0

Είναι ο άνθρωπος που είδε τον Ρονάλντο στη Σπόρτινγκ Λισαβόνας πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, τον ξεχώρισε για το ταλέντο του, τον πήρε ένα «ακατέργαστο διαμάντι» και τον έκανε επαγγελματία ποδοσφαιριστή.

Και είναι αυτή, επίσης, μια από τις ιστορίες της ποδοσφαιρικής ζωής του Μπόλονι που δείχνει πως πρέπει να λειτουργούν με οξυδέρκεια και μάτι που… κόβει οι προπονητές.

«Θυμάμαι όταν ρώτησαν έναν από τους υπεύθυνους των ακαδημιών “ποιο είναι αυτό το παιδί;” όταν έβλεπα την προπόνηση της ομάδας του μια μέρα. Ήταν φυσικά ο Ρονάλντο. Σου έκοβε την ανάσα να τον βλέπεις. Είπα τότε στον υπεύθυνο “αυτό το παιδί θα μείνει μαζί μου”. Ήταν ο φυσικός ηγέτης της γενιάς του. Όσο όμως και αν τον αγαπούσα και θαύμαζα τις ικανότητές του, συχνά υπήρχε πόλεμος μεταξύ μας. Προσπάθησα να τον σταματήσω να παίζει για το κοινό.

Αυτό είναι κάτι που τους αρέσει να κάνουν στην Πορτογαλία και ο Κριστιάνο ήταν τρομερά ταλαντούχος. Θα έπρεπε, όμως, να προσφέρει το ταλέντο του για το καλό της ομάδας. Γι’ αυτό και του άλλαξα θέση από κλασικό φορ που έπαιζε πάντα σε ακραίο επιθετικό. Και αυτό το έκανε βλέποντας τους συμπαίκτες του να προσπαθούν να του πασάρουν την μπάλα στο κέντρο να μην την ξαναπαίρνουν πίσω ξανά. Τον μάρκαραν δύο ψηλοί κεντρικοί αμυντικοί και απλά προσπαθούσε πάντα να τους ντριπλάρει και να τους περάσει. Ήξερα πως η μόνη θέση όπου θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ταχύτητά του και την ικανότητά του στην ντρίμπλα ήταν να πάει στα άκρα.

 

 

Βέβαια, σημαντικό πρόβλημα ήταν η προσπάθειά μου να τον βάλω να μαρκάρει στα άκρα. Υπήρχαν στιγμές που δεν μου μιλούσε όταν του ζητούσα να παίζει πιο υπεύθυνα. Για να καταλάβετε ο Ρονάλντο ήταν από τα 11 του στη Σπόρτινγκ και συχνά είχε προβλήματα στο σχολείο. Μία φορά πέταξε την καρέκλα του στα πόδια ενός δασκάλου γιατί είχαν διαφορετική άποψη και ουσιαστικά σταμάτησε πολύ νωρίς την προσπάθεια να μορφωθεί.

Εγώ τον θεώρησα έτοιμο να αγωνιστεί στην πρώτη ομάδα από τα 16 του, ήταν η χρονιά που πήραμε το πρωτάθλημα. Οι γιατροί της Πορτογαλικής Ομοσπονδίας όμως έκαναν κάποιες εξετάσεις που έδειξαν πως επειδή είχε μεγάλη ανάπτυξη, ήταν αυξημένος και ο κίνδυνος σοβαρών τραυματισμών. Τότε του απαγορεύτηκε ουσιαστικά για πέντε μήνες να παίζει ανταγωνιστικό ποδόσφαιρο και ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να αγωνίζεται μόνο στα φιλικά. Κάναμε μια δοκιμή απέναντι στην ισπανική Θέλτα όπου σκόραρε στη νίκη μας με 2-1 και έπαιξε φανταστικά. Όταν πήρα το πράσινο φως να παίξει κανονικά, τον έβαλα σ’ έναν αγώνα κυπέλλου που χάσαμε. Ήμουν λυπημένος, αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσω το κλάμα του Κριστιάνο μετά στα αποδυτήρια.

Ο Κριστιάνο έκανε απίστευτη αρχή στη σεζόν, αλλά ήταν σημαντική εμπειρία γι’ αυτόν όταν έμπειροι αμυντικοί τού ζήτησαν να σταματήσει τις βουτιές. Είχε τη φυσική και τεχνική δύναμη να φτάσει στην κορυφή, γι’ αυτό και ο Άλεξ Φέργκιουσον έδωσε δώδεκα εκατομμύρια λίρες για να τον αποκτήσει παρότι είχε μόλις άλλον ένα χρόνο συμβόλαιο και η Σπόρτινγκ τον είχε κοστολογήσει τρία εκατομμύρια λίρες».

Αυτά τα λόγια του Μπόλονι θα έπρεπε να είναι αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και αντιμετωπίζει τους ποδοσφαιριστές του. Όταν ο Κριστιάνο κατέκτησε την πρώτη «Χρυσή Μπάλα» της σπουδαίας καριέρας του επέλεξε να έχει στο πλευρό του, εκτός της οικογένειάς του, και άλλους δύο ανθρώπους: τον σερ Άλεξ Φέργκιουσον και τον Λάζλο Μπόλονι. Αυτοί ήταν οι μέντορές του και ήθελε με αυτόν τον τρόπο να αναγνωρίσει τη συνεισφορά τους στο γεγονός ότι ήταν πια ο κορυφαίος παίκτης του κόσμου.

 

 

Ο, γεννημένος τον Μάρτιο του 1953 στην πόλη Τάργκου Μούρες στη Ρουμανία από Ούγγρους γονείς, Μπόλονι έπαιξε μπάλα πρώτα στην ομάδα της γενέτειράς του και κατόπιν στη Στεάου Βουκουρεστίου με την οποία κατέκτησε το 1986 το Κύπελλο Πρωταθλητριών κόντρα στη Μπαρτσελόνα. Ήταν ένας σπουδαίος μέσος, τον αποκαλούσαν Ρουμάνο Πλατινί και είναι ένας από τους καλύτερους παίκτες στην ιστορία της πατρίδας του, ο οποίος δοκίμασε την τύχη του και στο Βέλγιο και στη Γαλλία.

Και μετά έγινε προπονητής. Στη Νανσί και στη Σπόρτινγκ, στην Αλ Τζαζίρα και στη Σταντάρ Λιέγης, στη Μονακό και στην Αντβέρπ, στη Ρεν με την οποία έγραψε ιστορία καθώς την έφτασε για πρώτη φορά στην ιστορία της στην τέταρτη θέση και στο Γιουρόπα Λιγκ, μεταξύ άλλων.

Άπαντες αναγνώρισαν την ικανότητά του να «πλάθει» νέους και ταλαντούχους παίκτες (από τον Μπόλονι πέρασε στα 17 του και ο Ραφαέλ Βαράν πριν πάρει μεταγραφή στη Ρεάλ Μαδρίτης, όπως επίσης και οι Μανγκαλά και Γκουρκίφ, αυτός έβγαλε στη Σπόρτινγκ και τους Ρικάρντο Κουαρέσμα και Ούγκο Βιάνα), να τους… ανάβει τη φλόγα του πρωταθλητισμού, να τους κάνει φιλόδοξους και μαχητικούς. Όχι ότι ήταν όλα ρόδινα ως τώρα: συχνά πυκνά ακούγονται σκληρές κριτικές για τον Ρουμάνο, ότι είναι ένας άνθρωπος σκληρός, δύσκολος στις προσωπικές σχέσεις, που προκαλεί εντάσεις πολλές φορές.

«Δικτάτορας» ή φίλος με τους παίκτες; Ποια είναι η σωστή… συνταγή; «Ούτε το ένα, ούτε το άλλο» απαντά ο ίδιος ο Μπόλονι. «Κάπου στη μέση είναι το σωστό. Τα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια, ένας ποδοσφαιριστής δεν είναι απλά ένας ποδοσφαιριστής, είναι μία επιχείρηση. Έχει 1-2 μάνατζερ, 1-2 δικηγόρους, έχει και τα ΜΜΕ, έχουν αλλάξει λίγο οι σχέσεις. Το πιο σημαντικό στις σχέσεις είναι ο σύλλογος, όχι ο προπονητής».

 

 

Την Ελλάδα την έμαθε ο Μπόλονι για τα καλά όταν ανέλαβε τον ΠΑΟΚ. Ήταν ο τελευταίος προπονητής του «Δικεφάλου του Βορρά» στην προ Σαββίδη εποχή. Όταν στα μισά της σεζόν, που ήταν προπονητής στον ΠΑΟΚ, είχε δεχτεί πρόταση από ομάδα της Σαουδικής Αραβίας, είχε σχολιάσει με το ιδιαίτερο χιούμορ του: «Είμαι χαρούμενος που είμαι εδώ. Όταν δέχεσαι μία πρόταση, σταθμίζεις όλα τα δεδομένα. Πάντως έχω ένα μεγάλο πρόβλημα, μου αρέσει πολύ η μελιτζάνα και το καρπούζι!».

Και κατά τη θητεία του στον ΠΑΟΚ έκανε αυτό που ξέρει πολύ καλά: να πιστέψει σε νεαρούς παίκτες. και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Κώστας Σταφυλίδης. Ο Μπόλονι τον εμπιστεύτηκε, ο παίκτης ήταν 18 χρόνων το 2011, και το επόμενο καλοκαίρι η Λεβεκούζεν δεν το πολυσκέφτηκε, έδωσε τη ρήτρα του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ στον ΠΑΟΚ και έκανε δικό της τον παίκτη! Ήταν, επίσης, ο προπονητής που… έβγαλε τον Παναγιώτη Γλύκο σε μια ομάδα που η θέση του τερματοφύλακα «παιζόταν» ανάμεσα στον Κώστα Χαλκιά και στον Ντάριο Κρέσιτς.

«Κρατάω τα πόδια μου στη γη, αλλά με δουλειά προσπαθώ να φτάσω στα όνειρα» είχε δηλώσει ο Ρουμάνος κατά την παρουσίαση του ως τεχνικός του ΠΑΟΚ το καλοκαίρι του 2011. Σχεδόν μια δεκαετία μετά η δουλειά τον φέρνει ξανά στα μέρη μας. Πολλά έχουν αλλάξει στην ποδοσφαιρική Ελλάδα από τότε, αλλά προφανώς έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στον Παναθηναϊκό θα πρέπει και τώρα ο Μπόλονι να κρατήσει τα πόδια του στη γη και με τη δουλειά του να προσπαθήσει να φτάσει στα όνειρα.

πηγή: trifillakia.gr

Το πανόραμα της Euroleague

Previous article

Στην αγορά για μεταγραφή άσσου ο Παναθηναϊκός! (vids)

Next article

You may also like