0

Το 97-73 της Βιλερμπάν επί του Παναθηναϊκού ήρθε να προσγειώσει απότομα φίλους και φίλες του, μετά από ένα αποτέλεσμα διαφαινόμενης ανάκαμψης απέναντι στη Μπαγερν.

Το τριφύλλι είχε παίξει πολύ καλά απέναντι στους Γερμανούς, στηριζόμενο κυρίως στην απορρύθμιση της επιθετικής λειτουργίας τους. Με τον Σαντ Ρόος μπροστάρη και την περιστασιακή εφαρμογή παγίδων στους χειριστές, είχε καταφέρει να χαλάσει τελείως το μυαλό των Μπάλντγουιν και Σίσκο, να τους οδηγήσει σε λάθη ή κακές επιλογές και να αποκόψει τους υπόλοιπους από τις πάσες τους.

Το σχέδιο υποβοηθήκε από τη φύση της Μπάγερν. Η ομάδα του Τρινκιέρι είναι φυσικά πολύ καλή, αλλά δεν πατάει ποτέ γκάζι. Επίσης, για τον περισσότερο χρόνο το παιχνίδι της δεν χαρακτηρίζεται από passing game, αλλά βασίζεται στο πέρασμα της μπάλας στο χαμηλό ποστ και σε δράσεις σχετικά χρονοβόρες, χωρίς πολλές πάσες.

Η Βιλερμπάν αντίθετα, έχει άλλα χαρακτηριστικά. Επιχειρεί να πηγαίνει τα παιχνίδια σε υψηλό ρυθμό, σουτάρει σχετικά γρήγορα (πολλές φορές άμυαλα) και πρακτικά αγωνίζεται για περίπου την μισή διάρκεια κάθε αγώνα με σχήματα που φέρνουν σε smallball – ο Μπακό των 2.08 δίνει την δυνατότητα για διάφορες αντί-συνταγές. Οι αλλαγές που έχει επιφέρει ο Πάρκερ προς την αύξη του ρυθμού είναι σημαντικές και έχουν κάνει τους Γάλλους να προσπαθούν να ρυθμίσουν εκείνοι το τέμπο, απέναντι σε ομάδες που αγωνίζονται πιο αργά από εκείνους. Έτσι κέρδισαν την Μπαρτσελόνα, έτσι και τον Παναθηναϊκό, που όταν οι αγώνες του ανοίγουν σε σκορ, αργά ή γρήγορα καταρρέει.

Τα δυο προβλήματα

Για τέταρτη φορά φέτος, σε 10 μόλις αγώνες, αντίπαλος των πράσινων σκόραρε πάνω από 90 πόντους. Πιο ανησυχητικό;  Τις τρεις από αυτές τις περιπτώσεις τις συναντάμε στα τέσσερα τελευταία παιχνίδια: 95 η Βαλένθια, 93 η Μπασκόνια, 97 η Βιλερμπάν, με ποσοστά από το τρίποντο που σκαρφαλώνουν στο Κιλιμάντζαρο – 55%, 45% και 71% (!) αντίστοιχα. Όσο κι αν θες να πεις πως οι άλλοι ξεκωλώθηκαν, σύμπτωση επαναλαμβανόμενη σε τέτοιο βαθμό, σίγουρα δεν είναι σύμπτωση.

Ξεκάθαρα λοιπόν, οι πράσινοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα τόσο στην άμυνα στην περιφέρεια, όσο και στον έλεγχο του ρυθμού. Αν πάρουν φόρα οι απέναντι, τρέξουν λίγο και βάλουν δύο-τρία σουτ συνεχόμενα, τότε το πιθανότερο είναι πως θα συνεχίσουν να τρέχουν και θα συνεχίσουν να τα βάζουν. Θα μπορούσαμε άραγε να βρούμε την πηγή των δεινών;

Ίσως. Τουλάχιστον θα το προσπαθήσουμε. Όμως ό,τι και να διαβάσετε από εδώ και κάτω, δεν διαφεύγει της συνθήκης πως η στελέχωση είναι αυτή που είναι. Ο Παπαγιάννης έχει βελτιωθεί, όμως παραμένει αργός σε μικρό χώρο και πίσω του δεν υπάρχει κανένας, για να αμυνθεί με διαφορετικό τρόπο. Ακόμη, τα τεσσάρια είναι βαριά για τη θέση (Μήτογλου, Μπέντιλ) και η ομάδα στερείται πλάγιου σουτέρ, ώστε η ευστοχία να αυξηθεί και να μην έχουν οι αντίπαλοι ευκαιρίες για ριμπάουντ και τρέξιμο. Τέλος, κάνει μπαμ η έλλειψη ενός πλήρους two-way guard, που θα πάρει αποφάσεις στην οργάνωση και θα αμυνθεί αληθινά καλά στα αντίπαλα γκαρντ. Όλες οι στελεχώσεις στην Ευρώπη έχουν ελλείψεις, τόσες ανορθογραφίες μαζεμένες όμως, συναντάμε σε λίγες.

Το ντόμινο φέρνει Σαντ Ρόος

Ως βασικότερο πρόβλημα κατά τη γνώμη μου, προβάλλει μάλλον το τελευταίο. Ο Μακ, στα λίγα παιχνίδια που έχει αγωνιστεί, δεν έχει αναλάβει πρωτοβουλίες οργάνωσης, ούτε έχει επιτύχει στην αναχαίτιση επικίνδυνων κοντών. Αντίθετα, η ευθύνη τέτοιων αποστολών εξακολουθεί να πέφτει επάνω στις πλάτες του Χάουαρντ Σαντ-Ρόος.

Γύρω από τον Κουβανό εστιάζεται το φετινό αέναο debate των φιλάθλων ή των “αναλυτών” σαν και εμένα. Κάθε φορά που τα πηγαίνει καλά στους ρόλους που του ανατίθενται, οι μισοί βγαίνουν και λένε “ναι, τα είδαμε, δεν κάνει ο Χάουαρντ για πλέι μέικερ, πείτε μας κι άλλα…”. Κάθε δεύτερη φορά που η ομάδα χάνει, οι άλλοι μισοί λένε “ξυπνάτε ρε βλάκες, δεν είναι πλέι μέικερ”. Νομίζω αντιλαμβάνεστε, πως για να συμβαίνει αυτό, υπάρχει κάποιο πρόβλημα.

Προφανώς, ο Σαντ Ρόος είναι ένας πολύ καλός παίκτης και επίσης προφανώς, τα έχει πάει μια χαρά στον ρόλο που του έχει επιβληθεί από τις συνθήκες. Όμως η καθοδήγηση του παιχνιδιού δεν περνάει μόνο από τα νούμερα των ασίστ (πέρίπου πέντε), ούτε αφορά αποκλειστικά την εκτέλεση του πικ εν ρολ. Τα γκαρντ κλάσης (ή οι point παίκτες τέλος πάντων) επιβάλλονται στο παιχνίδι με ένα σωρό άλλους τρόπους, γνωρίζοντας πότε να ανοίξουν το τέμπο και πότε να το κοντρολάρουν, πότε να ζητήσουν τη μπάλα και πότε να την αφήσουν στους συμπαίκτες τους. Ακόμη, αναγνωρίζουν σωστά τις δικές τους ευκαιρίες για σκοράρισμα.

Όσο και αν ο forward του Παναθηναϊκού υπερβαίνει εαυτόν, το να διαπρέψει στους παραπάνω τομείς ταυτόχρονα, μοιάζει ουτοπικό. Το τρίτο δεκάλεπτο απέναντι στη Βιλερμπάν είναι χαρακτηριστικό. Oι πράσινοι σε αυτό το διάστημα έκαναν επτά λάθη, όχι επειδή ο Σαντ Ρόος τα έκανε ρόιδο, αλλά επειδή η κατοχή κατέληξε σε παίκτες που δεν πήραν σωστές αποφάσεις ή δεν εκτίμησαν σωστά τον χρόνο. Για παράδειγμα, μετά από εύστοχα σουτ των Γάλλων, ορισμένες επιθέσεις έγιναν βιαστικά, επιστρέφοντας την κατοχή εν ριπή οφθλαμού. Ένας πιο κλασικός κουμανταδόρος (μπλιαχ) δεν θα το είχε επιτρέψει. Πάμε να δούμε δύο στιγμιότυπα, τα οποία έκαναν τη διαφορά να ανοίξει.

Μιας και δεν έχει γκαρντ-καθοδηγητή, ο Βόβορας, θέλει δεν θέλει, καταφεύγει σε “τακτικές Ρενέσες”, ακουμπώντας τη μπάλα γρηγορα στο high post ή στους πλάγιους και ψάχνοντας την off ball κίνηση, όμως το σύνολο του δεν μπορεί εύκολα να προγραμματιστεί να παίζει με τέτοιους τρόπους. Αν κάτι πάει στραβά, πρέπει να υπάρχει ένα σημείο αναφοράς, για να δώσει μία διαφορετική κατεύθυνση και δυστυχώς ο Νέντοβιτς αποφασίζει κυρίως για τον εαυτό του. Πώς αλήθεια να πλοηγήσει ο Σαντ Ρόος μέσα σε τετοια φουρτούνα, πώς να επωμιστεί ευθύνες σκόρερ στο κόλλημα και πώς να βγουν σωστά σουτ με συνέπεια; Μην ασχολείστε με τα highlights των διάφορων plays δεξιά και αριστερά. Η επίθεση του Παναθηναϊκού δεν μπορεί να καθορίσει τους όρους όπως ενδεχομένως θα ήθελε και μέσες άκρες το ίδιο συμβαίνει και στην άμυνα. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, εκεί τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, ο ρυθμός του αντιπάλου μπορεί να ξεφύγει τελείως.

Η αφετηρία δεν είναι διαφορετική. Έχοντας πάντα υπόψη τα δομικά προβλήματα που αναφέραμε προηγουμένως (π.χ. Παπαγιάννης και πίσω το χάος), η προσφυγή στις ικανότητες του Σαντ Ρόος στο προσωπικό μαρκάρισμα, προκειμένου να αναχαιτιστούν οι γκαρντ, είναι αναπόφευκτη. Μπορεί το κόλπο να πιάσει, όπως με τον Μπάλντγουιν και έτσι όλα να πάνε καλά. Μπορεί όμως να συμβεί αυτό που συνεβη προχθές και στο οποίο άντε να βρεις λύση: Nα μην τα πάει καθόλου άσχημα ο Σαντ Ρόος στο μαρκάρισμα στα πικ εν ρολ, αλλά ο Παναθηναϊκός να στερηθεί τις άμυνες του στα close out και τις βοήθειες. Ακόμη χειρότερα, να τις στερηθεί στο transition, επειδή θα ψάξει τον περιφερειακό που του έχει ανατεθεί. Να δύο παραδείγματα, ένα για την κάθε κατηγορία.

Ναι, τη δεύτερη φάση την είχαμε δει και παραπάνω. Απλώς εδώ θα ήθελα να εστιάσουμε στο πώς ο Σαντ Ρόος αναζητά τον Κόουλ, δηλαδή την προσωπική του αποστολή, με αποτέλεσμα να μην βοηθά ουσιαστικά στην αναχαίτιση της επίθεσης. Παρεμπτιπτόντως, το αμυντικό transition του τριφυλλιού είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα χειρότερα στη διοργάνωση και ένας λόγος είναι ότι ball stopper δεν βρίσκεται ούτε για δείγμα, εκτός αν κάτι δεν έχω αξιολογήσεi σωστά.

Επαναλαμβάνω, θα μπορούσαμε να μιλάμε με τις ώρες για το αν ο παίκτης κάνει ή δεν κάνει για τους ρόλους που του ανατίθενται. Δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει πως ο με αυτούς τους ρόλους, άσχετα με την προσωπική απόδοση, ο Παναθηναϊκός δεν λύνει προβλήματα. Ούτε εκείνο της άμυνας, ούτε εκείνο το ρυθμού.

Τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα; Με το παρόν ρόστερ, όχι κάτι πολύ διαφορετικό. Ίσως όταν ο Μακ βρει ρυθμό, κάποια πράγματα βελτιωθούν. Είναι καλός στην προσωπική άμυνα και το δείγμα που έχουμε από εκείνον είναι ακόμη ομολογουμένως μικρό. Ο Βόβορας μπορεί επίσης να υπολογίζει στην επάνοδο του Φόστερ και σε μ;ia συνεπέστερη παρουσία από μεριάς του, τόσο στο ανασταλτικό κομμάτί, όσο και στο δημιουργικό, εκεί που οι πράσινοι χρειάζονται απεγνωσμένα σουτ και προσωπική φάση. Αν οι δύο γκαρντ ανεβάσουν τη συμβολή τους, θα επέλθει μια κάποια ισορροπία και τότε θα μένει μία ακόμη κίνηση: Η προσθήκη ενός κανονικού αθλητικού ψηλού πίσω από τον Παπαγιάννη, που θα ενισχύσει την πικ εν ρολ άμυνα, έτσι ώστε να μην χρειάζεται διαρκώς η εμπλοκή του Σαντ Ρόος σε τέτοιου είδους plays. Δεν τρέχει τίποτα να κολλήσει λίγο ο γκαρντ στα σκριν, αν υπάρχει ψηλός να ελέγξει αμέσως τον χώρο.

Πιο εύκολα το λες, παρά γίνεται, βέβαια. Δεν είναι η χρονική στιγμή να καταλήξουμε για το αν ο Βόβορας είναι καλός προπονητής ή όχι, για το αν ο Κουβανός κάνει για πλέι μέικερ ή για το αν ο Νέντοβιτς μπορεί να ανταποκριθεί σε ρόλο ηγέτη. Σε κάθε νέο στραβοπάτημα του Παναθηναϊκού, η ευστοχότερη προσέγγιση είναι μάλλον να ανατρέξουμε στο προηγούμενο καλοκαίρι και από εκεί και πέρα να δούμε τι θα περισσέψει για το επόμενο. Η χρονιά πιθανώς και να σώζεται, μπορεί στην πορεία να αλλάξουν πράγματα και να δούμε καλύτερο μπάσκετ. Στην συνολική εικόνα όμως, έχει μικρή σημασία.

 

 

πηγή: basketballguru.gr

Επιστροφή στην Λεωφόρο μετά από 950 μέρες! (vid)

Previous article

Καπουράνης για το γκολ κόντρα στον Ολυμπιακό: «Ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στην καριέρα μου!»

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.