0

Μία αναδρομή στο παρελθόν με τους δέκα κορυφαίους παίκτες που φόρεσαν ποτέ τη φανέλα του Παναθηναϊκού.

Από τη δεκαετία του ’60 και τον πολυσύνθετο Τάκη Λουκανίδη μέχρι το τελευταίο νταμπλ του «τριφυλλιού» το 2010 με ηγέτη τον εκρηκτικό Τζιμπρίλ Σισέ.

Πέντε Ελληνες και πέντε ξένοι συνθέτουν την ονειρική κορυφαία «πράσινη» δεκάδα. Πάμε να τους δούμε.

Τάκης Οικονομόπουλος

Ο κορυφαίος τερματοφύλακας στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Εξέχον μέλος στη θρυλική ομάδα που έφτασε μέχρι τον τελικό του Γούμπλεϊ. Επαιξε με το «τριφύλλι» στο στήθος από το 1963 μέχρι το 1976 και πανηγύρισε μαζί του πέντε πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα.

Τα χαρακτηριστικά του ήταν εντυπωσιακά για την εποχή που αγωνίστηκε. Η δύναμη, η ταχύτητα και κυρίως οι εκτινάξεις του άφηναν άφωνους τους θεατές. Δικαίως λοιπόν κέρδισε το προσωνύμιο «πουλί».

Δεν εIναι τυχαίο ότι το 1965 κράτησε επI 1.088 λεπτά απαραβίαστη την εστIα του στο ελληνικό πρωτάθλημα, ρεκόρ που κρατάει μέχρι και σήμερα.

Αφού σταμάτησε την καριέρα του, συνέχισε να υπηρετεί τον Παναθηναϊκό ως προπονητής τερματοφυλάκων για πάνω από 25 χρόνια. Πολυσχιδής προσωπικότητα, του αρέσει η ζωγραφική και έχει πραγματοποιήσει εκθέσεις με έργα του.

Ρενέ Χένρικσεν

henriksen_novibetgr

Το τελευταίο μεγάλο και σίγουρα το κορυφαίο λίμπερο που πέρασε από τα ελληνικά γήπεδα.

Ο Ρενέ Χένρικσεν αγωνίστηκε στον Παναθηναϊκό από το 1999 μέχρι το 2005 και κατέκτησε το νταμπλ με τους «πράσινους» το 2004, παραδίδοντας σεμινάρια για το πώς παίζεται ο ρόλος της «σκούπας» στο ποδόσφαιρο.

Ο Δανός ήταν σχεδόν 30 ετών όταν αποκτήθηκε από τον Παναθηναϊκό και η μεταγραφή του αρχικά αντιμετωπίστηκε με καχυποψία, αφού δεν ήταν το κλασικό πρότυπο κεντρικού αμυντικού.

Αυτή όμως η ξερακιανή μορφή, που έμοιαζε με ασκητή, απέδειξε ότι μπορείς να είσαι ο κορυφαίος με όπλο το μυαλό σου και όχι τη δύναμη και την ταχύτητα.

Με αμυντικό ηγέτη το «κομπιούτερ», όπως τον αποκαλούσαν τότε οι φίλοι του Παναθηναϊκού, το «τριφύλλι» έφτασε να διεκδικεί την είσοδό του στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ κόντρα στην Μπαρτσελόνα και στα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA απέναντι στην Πόρτο.

Το 2000 ψηφίστηκε κορυφαίος Δανός ποδοσφαιριστής, ενώ έφτασε σε σημείο να είναι ο αρχηγός της εθνικής Δανίας, στις 25 από τις 66 διεθνείς συμμετοχές του.

Τάκης Λουκανίδης

Παίκτης σύμβολο τη δεκαετία του ’60 για τον Παναθηναϊκό. Οι «πράσινοι» έδωσαν μεγάλη μάχη με Ολυμπιακό και ΑΕΚ για να τον αποκτήσουν το 1961 από τη Δόξα Δράμας, όπου οι εμφανίσεις του είχαν προκαλέσει αίσθηση.

Ο Λουκανίδης έμεινε στην ιστορία ως πιο πολυσύνθετος Ελληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών. Μπορούσε να παίξει σχεδόν σε όλες τις θέσεις του γηπέδου, ακόμη και τερματοφύλακας!

loukanidis_novibetgr

Με τον Παναθηναϊκό κατέκτησε τρία πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο. Ηταν μάλιστα μέλος της ομάδας, που αναδείχθηκε πρωταθλήτρια αήττητη το 1964, επίτευγμα μοναδικό μέχρι το 2019, που το επανέλαβε ο ΠΑΟΚ.

Ο Λουκανίδης έφυγε άδοξα από τον Παναθηναϊκό το 1969 και δεν πρόλαβε το έπος του Γουέμπλεϊ. Το 2018 πέθανε σε ηλικία 80 ετών.

Ζιλμπέρτο Σίλβα

Ηταν το πρώτο μεγάλο «μπαμ» την εποχή της πολυμετοχικότητας. Αποκτήθηκε το 2008 ως εν ενεργεία αρχηγός της εθνικής Βραζιλίας! Πάνω από 2.000 φίλοι του Παναθηναϊκού τον υποδέχθηκαν τότε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Αρχικά, αμφισβητήθηκε και κάποιοι δεν δίστασαν να τον συγκρίνουν με τον Φλάβιο Κονσεϊσάο, θεωρώντας ότι είναι «τελειωμένος» διότι ήρθε στην Ελλάδα στα 32 του χρόνια.

Ο Ζιλμπέρτο Σίλβα όμως αποδείχθηκε άριστος επαγγελματίας και παρότι στην καριέρα του, πριν φορέσει το «τριφύλλι», είχε κατακτήσει τα πάντα (Παγκόσμιο Κύπελλο, Κόπα Αμέρικα, Πρέμιερ, Κύπελλο Αγγλίας, Κόπα Λιμπερταδόρες), αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της ομάδας την τριετία 2008-11.

Με τον Σίλβα στη μηχανή του, ο Παναθηναϊκός έφτασε στους «16» του Τσάμπιονς Λιγκ το 2009 και την επόμενη χρονιά, στους «16» του Γιουρόπα Λιγκ. Επίσης κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Κύπελλο το 2010.

Ο σπουδαίος Βραζιλιάνος αμυντικός μέσος αγωνίστηκε 119 φορές με το «τριφύλλι» σε όλες τις διοργανώσεις σημειώνοντας έξι γκολ.

Χουάν Ραμόν Ρότσα

Τεράστιο κεφάλαιο για τον Παναθηναϊκό τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο μετέπειτα και ως προπονητής. Ο Ρότσα ήταν ένας μέσος που διακρίνονταν για τις οργανωτικές του ικανότητες, είχε άψογη μεταβίβαση και άριστη τεχνική κατάρτιση.

Ηρθε στον Παναθηναϊκό το 1979, έπαιξε στους «πράσινους» μέχρι το 1989 και τελικά έμεινε για πάντα στην Ελλάδα, αποκτώντας μάλιστα ελληνικό διαβατήριο το 1986, ενώ το 1989 υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία.

Μαζί με τον Βέλιμιρ Ζάετς συνέθεσαν ένα εκπληκτικό δίδυμο, τη δεκαετία του ’80, το οποίο οδήγησε τους «πράσινους» ως τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1985.

Ο Ρότσα αγωνίστηκε σε 226 ματς, πέτυχε 12 γκολ και πανηγύρισε με το «τριφύλλι» δυο πρωταθλήματα και πέντε Κύπελλα Ελλάδος.

Εν συνεχεία υπηρέτησε τους «πράσινους» σε τρεις διαφορετικές περιόδους από το πόστο του προπονητή, κατακτώντας δύο ακόμη πρωταθλήματα και ισάριθμα Κύπελλα.

Φυσικά, αλησμόνητη είναι η πορεία ως τα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ το 1996, με τον Ρότσα σε ρόλο αρχιτέκτονα.

Γιώργος Καραγκούνης

Η ψυχή, το πάθος και η λατρεία του για το ποδόσφαιρο τον οδήγησαν στην κορυφή όχι μόνο της Ελλάδας αλλά ολόκληρης της Ευρώπης.

Ο «τυπάρας» του ελληνικού ποδοσφαίρου θα είναι για πάντα ένας από τους μεγαλύτερους αρχηγούς στην ιστορία του Παναθηναϊκού.

Με δύο θητείες στο «τριφύλλι» (1998-2003, 2007-2012), ενδιάμεσα αγωνίστηκε σε Ιντερ και Μπενφίκα, κλείνοντας τελικά την καριέρα του στη Φούλαμ.

Στον Παναθηναϊκό έγραψε 251 συμμετοχές και 41 γκολ, εκπληρώνοντας το απωθημένο ενός συλλογικού τίτλου κατακτώντας το νταμπλ το 2010.

Ολοκληρωμένος μέσος, με ντρίμπλα, σουτ, αξιόπιστη πάσα, αλλά το κυριότερο μαχητικότητα και ατέλειωτα τρεξίματα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι έπαιζε με κομμένο χιαστό μέσα στο Καμπ Νόου απέναντι στην Μπαρτσελόνα για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ;

Ρέκορντμαν συμμετοχών στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα με 139 και ασφαλώς, εκ των ηγετών της εθνικής Ελλάδος, που κατέκτησε το Euro του 2004, σκοράροντας μάλιστα στο εναρκτήριο ματς κόντρα στην οικοδέσποινα Πορτογαλία.

Τζιμπρίλ Σισέ

Αγωνίστηκε μόλις για μία διετία (2009-11) στον Παναθηναϊκό, άφησε όμως ανεξίτηλο το στίγμα του. Ο Σισέ λατρεύτηκε όσο λίγοι ποδοσφαιριστές από τους φίλους της ομάδας και δέθηκε έντονα με την «πράσινη» εξέδρα.

Πραγματικό «λιοντάρι», τρομοκράτησε τις αντίπαλες άμυνες την περίοδο που κόσμησε τα ελληνικά γήπεδα.

Με 61 συμμετοχές και 46 γκολ έγινε ο απόλυτος ηγέτης του Παναθηναϊκού, που κατέκτησε το νταμπλ το 2010 και απέκλεισε τη Ρόμα στους «32» του Γιουρόπα Λιγκ.

Το επίπεδό του ήταν για να παίζει σε κορυφαία ομάδα της Πρέμιερ και δεν είναι τυχαίο πως πριν έρθει στον Παναθηναϊκό, τον είχε επιλέξει ο Ζεράρ Ουγιέ στη Λίβερπουλ. Οι σοβαροί τραυματισμοί πήγαν πίσω την καριέρα του, όμως μέσω του Παναθηναϊκού αναγεννήθηκε και χτύπησε ξανά την πόρτα στην εθνική Γαλλίας.

Γνωστός για το εκκεντρικό του ντύσιμο, τα δεκάδες τατουάζ του και την αγάπη του για τη μουσική.

Δημήτρης Σαραβάκος

Ενας «μικρός» που έγινε μέγας. Ο Δημήτρης Σαραβάκος αποτελεί ένα από τα κορυφαία «κανόνια» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μικρόσωμος, αλλά ταχύς και με φαρμακερό δεξί, είναι ο όγδοος καλύτερος σκόρερ όλων των εποχών στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Στον Παναθηναϊκό μεγαλούργησε από το 1984 μέχρι το 1994, πριν παίξει για μία διετία στην ΑΕΚ, για να επιστρέψει τελικά ως σημαία στον ιστό της το 1997 και να κλείσει την καριέρα του με το «τριφύλλι».

Με τους «πράσινους» αγωνίστηκε σε 300 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις και σημείωσε 152 γκολ!

Αναδείχθηκε στην καριέρα του πέντε φορές πρώτος σκόρερ της Α’ Εθνικής και με το «τριφύλλι» στο στήθος πανηγύρισε τρία πρωταθλήματα και έξι Κύπελλα.

Γεννημένος για τα μεγάλα ματς, ως παίκτης του Παναθηναϊκού σκόραρε επτά φορές εναντίον του Ολυμπιακού, οχτώ κόντρα στην ΑΕΚ και δέκα απέναντι στον ΠΑΟΚ.

Αδικημένος από την εποχή που έπαιξε. Με βάση την ποιότητα του θα μπορούσε να σταθεί σε κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο και δεν είναι τυχαίο ότι ενδιαφέρθηκε να τον αποκτήσει η Γιουβέντους

Το 1988 έκανε προσπάθεια και ο Ολυμπιακός να τον πάρει από τον Παναθηναϊκό, όμως ο Σαραβάκος παρέμεινε «πράσινος», συνεχίζοντας μέχρι σήμερα να υπηρετεί το «τριφύλλι», ως μέλος του ΔΣ.

Κριστόφ Βαζέχα

Ο άνθρωπος γκολ. Αδιαμφισβήτητα ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία του Παναθηναϊκού και ένας εκ των κορυφαίων στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο Βαζέχα αγωνίστηκε σε 553 αγώνες με το «τριφύλλι» και σκόραρε 319 φορές (2ος είναι ο Αντώνης Αντωνιάδης με 221 γκολ).

Αιώνια πιστός στον Παναθηναϊκό, ήρθε από τη Ρουχ Χορζόφ το 1989 σε ηλικία 25 ετών και τίμησε το «τριφύλλι» μέχρι το 2004, όπου αποσύρθηκε από την ενεργό δράση σε ηλικία σχεδόν 40 ετών.

Ο Χρήστος, όπως τον φωνάζουν πλέον άπαντες, απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα το 1998 και είναι ο δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών στην Α’ Εθνική με 245 γκολ, πίσω από τον Θωμά Μαύρο, που έχει 260.

Πανηγύρισε πέντε πρωταθλήματα Ελλάδος, ισάριθμα Κύπελλα και ασφαλώς ήταν μεγάλος πρωταγωνιστής στις ανυπέρβλητες ευρωπαϊκές πορείες του Παναθηναϊκού δύο φορές ως τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ (1992, 2002) και μία ως τα ημιτελικά (1996).

Αξέχαστο έχει μείνει το γκολ που πέτυχε το 1996 στο Αμστερνταμ κόντρα στον πρωταθλητή Ευρώπης τότε Αγιαξ. Συνολικά σημείωσε 25 γκολ με τον Παναθηναϊκό σε 63 διεθνείς αγώνες και είναι ο πρώτος σκόρερ των «πράσινων» στα ευρωπαϊκά κύπελλα, μπροστά από τον Σαραβάκο, που έχει 23.

Μίμης Δομάζος

Ο απόλυτος ηγέτης του Παναθηναϊκού. «Στρατηγός» όνομα και πράγμα.

Υπέγραψε από την Αμυνα Αμπελοκήπων στους «πράσινους», σε ηλικία 17 ετών για μία πορτοκαλάδα και 16 φανέλες και έφτασε το 1971 ως αρχηγός της ομάδας να την οδηγεί στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Μικρόσωμος αλλά με πάσα διαβήτη και ισχυρή προσωπικότητα θεωρείται ένα από τα «ιερά τέρατα» του ελληνικού ποδοσφαίρου και διεκδικεί τον τίτλο του κορυφαίου Ελληνα παίκτη όλων των εποχών.

Με τον Παναθηναϊκό κατέκτησε εννιά πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα. Είναι ακόμη μέχρι σήμερα ο ρέκορντμαν σε συμμετοχές στην Α’ Εθνική, έχοντας 536, εκ των οποίων οι 502 με το «τριφύλλι».

Ενώ έπαιζε ως μεσοεπιθετικός, είναι ο τρίτος σκόρερ στην ιστορία της ομάδας, σε επίπεδο πρωταθλήματος, με 134 γκολ, πίσω μόνο από τους Βαζέχα (245) και Αντωνιάδη (180).

 

«Ο Μουρίνιο διέκρινε τις ικανότητες του Γιοβάνοβιτς»

Previous article

Σοκαριστική ατάκα Ιτούδη για Τζέιμς: “Ήταν σαν καρκίνωμα!”

Next article

You may also like