0

Μια ομάδα που στερείται φουλ επιθετικού ταλέντου, είναι λογικό να βασιστεί στην άμυνά της.

Πόσο απέχει χρονικά το παιχνίδι με τον Ερυθρό Αστέρα, όπου ο Παναθηναϊκός διασύρθηκε, με το τουρνουά «Παύλος Γιαννακόπουλος», όπου ο Παναθηναϊκός θριάμβευσε; Χρονικά, μόλις λίγες μέρες – κι όμως, μοιάζει σαν να πέρασαν μήνες ολόκληροι. «Μήνες» όπου η ομάδα βελτιώθηκε, προόδευσε, έβαλε αγωνιστικές αρχές στο παιχνίδι της, έβγαλε αθλητικό εγωισμό, ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό τις οδηγίες του προπονητή της.

Γιατί έγινε αυτό; Διότι μια ομάδα που αλλάζει σε μεγάλο βαθμό το ρόστερ της, χρειάζεται χρόνο και δουλειά. Κάθε μέρα που περνάει στο παρκέ, στην προπόνηση ή στον αγώνα, την κάνει καλύτερη. Ο ένας παίκτης γνωρίζεται με τον άλλον κι όλοι μαζί με τον κόουτς, δημιουργούνται αυτοματισμοί, η ένταση ανεβαίνει, τα πόδια «ακούνε» καλύτερα, το μυαλό εκτελεί σχεδόν αυτοματοποιημένα αυτό που έχει διδαχθεί και δεν χρειάζεται να κάτσει να το σκεφτεί.

Ο Παναθηναϊκός κέρδισε την Παρτίζαν δύσκολα και την Εφές λιγότερο δύσκολα. Όποιος στέκεται στις (σημαντικές) απουσίες της Εφές, τον Λάρκιν και τον Σίνγκλετον, τον Πλάις και τον Σιμόν έχει τα δίκια του, αλλά έχει και τα «άδικά» του: το βάθος της Εφές δεν συγκρίνεται με αυτό του Παναθηναϊκού, που έπαιζε κι αυτός χωρίς τον Παπαπέτρου.

Κι επιπλέον, η Ευρωλίγκα είναι ένας μαραθώνιος, όπου κάθε ομάδα θα κληθεί να παίξει χωρίς έναν, δυο, ίσως και παραπάνω παίκτες ταυτόχρονα και πρέπει να βρει τρόπους να αντεπεξέλθει. Το ένιωσε στο πετσί του πέρυσι άλλωστε και ο Παναθηναϊκός: έχασε από την αρχή της χρονιάς και μέχρι το τέλος ένα σωρό παίκτες από τραυματισμούς και κορωνοϊό για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα: Νέντοβιτς, Σαντ Ρόος, Παπαπέτρου, Μήτογλου, Παπαγιάννης, Σάικς, Όγκαστ, όλοι σχεδόν πέρασαν την πόρτα του γιατρού…

Φυσικά και κανείς δεν ανοίγει σαμπάνιες στον Παναθηναϊκό, επειδή η ομάδα πρώτευσε στο τουρνουά. Αλλά μπορεί να ατενίζει το μέλλον με συγκρατημένη αισιοδοξία. Πρώτα απ’ όλα, διότι στο ΟΑΚΑ, έστω και με ταβάνι τους 8 χιλιάδες οπαδούς, η ομάδα μεταμορφώνεται προς το καλύτερο – παίζει στο σπίτι της και μπροστά στο κοινό της και αυτό της δίνει ενέργεια και ώθηση. Δεύτερον, διότι οι παίκτες που αποκτήθηκαν, δείχνουν να πατάνε ολοένα και καλύτερα και να βρίσκουν ρόλους στο παρκέ: ο Πέρι, ο Μέικον, ο Φλόιντ, ο Έβανς, ο Οκάρο Ουάιτ – και ταυτόχρονα βλέπει κανείς ότι υπάρχουν περιθώρια ακόμα μεγαλύτερης βελτίωσης.

Τρίτον, διότι ο Νέντοβιτς αργά και σταθερά επιστρέφει εκεί που τον αγαπήσαμε: με την Παρτίζαν ήταν «τρακαρισμένος», με την Εφές είχε στιγμές που θύμισε τον παιχταρά που μπορεί να πάρει την ομάδα από το χεράκι και να την πάει μακριά.

Η ομάδα είναι ξεκάθαρο πως θα στηριχτεί στην άμυνα. Θα βγάλει τα συκώτια του αντιπάλου, θα στήσει παγίδες στο κέντρο του γηπέδου, θα πάει σε όλα τα επιθετικά ριμπάουντ, θα κάνει αλλαγές στην άμυνα για να μην του επιτρέψει να πάρει ανάσα, θα αλλοιώσει σουτ, θα «ματώσει». Αυτό οφείλει να κάνει μια ομάδα που δεν έχει την πολυτέλεια της τεράστιας επιθετικής ποιότητας – αυτή πληρώνεται με 1,5 και 2 εκατομμύρια, σε μερικές περιπτώσεις με 2,5 και 3.

Μόνο που το πορτοφόλι του Παναθηναϊκού δεν αντέχει να πληρώσει ούτε Μάικ Τζέιμς, ούτε Λάρκιν και Μίτσιτς, ούτε Μίροτιτς, Ουίλμπεκιν, Πάνγκος ή Σβεντ. Μπορεί όμως να κάνει τη δουλειά του με τον Νέντοβιτς και τον Μέικον, με τη συνεισφορά σε όλες τις γωνιές του γηπέδου του Παπαπέτρου, με την «τρέλα» του Πέρι και την ποιότητα του Οκάρο, που δεν την έχουμε δει ακόμα αλλά κάτι μου λέει ότι δεν θα αργήσει αυτή η στιγμή.

Πηγή: onsports.gr

 

Θέλει ακόμα χρόνο για να επανέλθει ο Σένκεφελντ

Previous article

Κώτσιρας: «Να διορθώσουμε τα λάθη που κάναμε με τον ΠΑΣ Γιάννινα»

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.