0

Η δυσδιάστατη αξιοποίηση του Καρλίτος από τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς, μοιάζει ευεργετική τόσο για τον Ισπανό επιθετικό όσο και τον Παναθηναϊκό.

Όταν τον Ιανουάριο του ’20 ο Τσάβι Ρόκα έφερνε στον Παναθηναϊκό τον Καρλίτος – τον οποίο γνώριζε προσωπικά αλλά και επαγγελματικά – έλεγε πως «δεν είναι ούτε 9, ούτε 10. Είναι κάτι μεταξύ 9,5 και 10,5».

Σε κάθε περίπτωση, ο προγραμματισμός του Καταλανού για τη σεζόν 2020-21 με τον Ντάνι Πογιάτος στον πάγκο προέβλεπε τον συμπατριώτη του βασικό (και μόνο) φορ κορυφής, με τον Φεντερίκο Μακέντα αναπληρωματικό του. Ο Ιταλός ανανέωσε γρήγορα στο ξεκίνημα της περυσινής σεζόν, μάλλον μπέρδεψε την κατάσταση στα πλάνα των Ισπανών, οι οποίοι δεν μακροημέρευσαν έτσι κι αλλιώς σε πάγκο και τεχνική διεύθυνση αντίστοιχα.

Ο Γιώργος Δώνης, ο οποίος δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει σε επίσημο παιχνίδι τον Καρλίτος, αφού όταν αυτός είχε το δικαίωμα να αγωνιστεί το «τρένο» είχε αποχωρήσει από τον Παναθηναϊκό, κατά δήλωσή του θεωρούσε τον 31χρονο επιθετικό «περισσότερο περιοχής», εκτιμώντας πως θα μπορούσε να συνυπάρξει με τον Μακέντα σε οποιοδήποτε σχήμα με ταυτόχρονη χρήση δύο επιθετικών.

 

Ο Λάζλο Μπόλονι προσπάθησε στο ξεκίνημα της δικής του θητείας να ταιριάξει τους δύο, χρησιμοποιώντας τον Καρλίτος στην πλάτη του (φουνταριστού) Μακέντα. Δεν κράτησε πολύ (μόλις τέσσερα παιχνίδια), προτού ο Ρουμάνος ξεχωρίσει τον Ιταλό ως βασικό, στέλνοντας τον Ισπανό στον πάγκο και αξιοποιώντας τον έκτοτε – ακόμη και μετά το πέρασε της γλύκας των πρώτων θετικών αποτελεσμάτων – σε διάφορα αδόκιμα σχήματα και ρόλους είτε για τον ίδιο είτε για τους υπόλοιπους επιθετικούς στο ρόστερ του Παναθηναϊκού.

Η χαρακτηριστική διετία στην Πολωνία

Αφήνοντας στην άκρη το ξεκίνημα της καριέρας του Καρλίτος στα… άγραφα της Segunda B και της δεύτερης κατηγορίας στην Κύπρο, αυτό που σαφέστατα αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα του αγωνιστικού του προφίλ είναι η διετία του στην Πολωνία, η παραγωγικότερη της καριέρας του, όπου αναδείχτηκε πρώτα κορυφαίος σκόρερ της Ekstraklasa με την Βίσλα και έπειτα κορυφαίος σκόρερ της επόμενης σεζόν στην Λέγκια.

Στην Βίσλα (2017-18) είχε στο πρώτο μισό της χρονιάς (ως τις 11 Δεκεμβρίου) προπονητή τον Κίκο Ραμίρεθ, ο οποίος τον χρησιμοποίησε πέντε φορές σε ρόλο πίσω από τον επιθετικό. Στις τέσσερις, ο Καρλίτος «έγραψε» και γκολ και ασίστ. Άλλες τρεις φορές τον χρησιμοποίησε ως δεύτερο επιθετικό σε 4-4-2, έχοντας πιο κλασικά, πιο «βαριά» 9αρια δίπλα του. Απολογισμός του με αυτήν την διάταξη/ρόλο, μόλις 1 γκολ.

Τον Ραμίρεθ διαδέχτηκε στον πάγκο της Βίσλα ο Γιοάν Καρίγιο. Με μία μόνο εξαίρεση στην οποία χρησιμοποίησε τον Καρλίτος πίσω από τον φορ (με τον Ισπανό να «γράφει» και πάλι, στην εκτός έδρας ήττα κόντρα στην Ζάγκλεμπιε), τον… μονιμοποιεί σε ρόλο φουνταριστού, σε ένα συνήθως ανασταλτικά προσανατολισμένο 4-3-3 (με τους τρεις του κέντρου να είναι, συμβατικά δοσμένοι, ένα «εξάρι» και δύο «οχτάρια»).

Στο τέλος της σεζόν, μαζί με τον τίτλο του κορυφαίου σκόρερ έρχεται και η… προαγωγή με την μετακόμιση στην πρωταθλήτρια Πολωνίας Λέγκια, ομάδα με τελείως διαφορετική αγωνιστική προσέγγιση και στόχευση από την Βίσλα.

Χαρακτηριστικό πως από τις βασικές συζητήσεις εκείνη την εποχή, των πρώτων ημερών της μεταγραφής του στη Λέγκια, αφορά το που ο ίδιος ο Καρλίτος αισθάνεται καλύτερα να χρησιμοποιείται, χωρίς ο ίδιος – επανειλημμένως – να «καίει» κάποιον από τους ρόλους, ξεκαθαρίζοντας πως αισθάνεται ανάλογα άνετα είτε παίζοντας ως φορ, είτε πίσω ή δίπλα από αυτόν.

Στον πρώτο του μήνα στην Βαρσοβία έχει προλάβει να αλλάξει τρεις προπονητές. Και τρία διαφορετικά συστήματα, με τη συντριπτική πάντως πλειοψηφία των πρώτων παιχνιδιών εκείνης της σεζόν (2018-19) να έχει παραταγμένη στο γήπεδο την Λέγκια με δύο επιθετικούς είτε σε 4-4-2 είτε σε 3-5-2 και τον Καρλίτος σε ρόλο δεύτερου.

Το 4-4-2, με τον Ισπανό σε αυτόν τον ρόλο, υπηρέτησε στα πρώτα του (4) παιχνίδια και ο Ρικάρντο Σα Πίντο, ο οποίος ανέλαβε (ο τρίτος κατά σειρά) τα ηνία της Λέγκια στα μέσα του Αυγούστου. Γρήγορα όμως ο Πορτογάλος τεχνικός ξέχασε οτιδήποτε είχε να κάνει με ταυτόχρονη χρησιμοποίηση δύο επιθετικών, υιοθετώντας αποκλειστικά το 4-2-3-1, με τον Καρλίτος να αξιοποιείται μόνο στην κορυφή.

Κάτι που διατηρήθηκε και στο φινάλε της χρονιάς, με τον Σέρβο Αλεκσάνταρ Βούκοβιτς να επανέρχεται στον πάγκο στις αρχές Απριλίου, χωρίς όμως να προλάβει τελικά να οδηγήσει στο πρωτάθλημα την Λέγκια με τον Καρλίτος να ολοκληρώνει μεν τη σεζόν ως πρώτος της σκόρερ, αλλά με 1/3 μικρότερη παραγωγικότητα (16 έναντι 24 γκολ) σε σχέση με την χρονιά του στην Βίσλα.

Τα καλύτερα του χρόνια

Απόλυτα ενδεικτική η εν λόγω διετία του Καρλίτος. Προφανώς έπαιξε πολύ περισσότερο ως φουνταριστός, αυτονόητα ήταν άκρως αποτελεσματικός έτσι κι αλλιώς, ακόμη όμως και στην χρονιά του στην Λέγκια, υπήρχαν πολλές αναφορές στην Πολωνία για το κατά πόσον θα μπορούσε να βοηθήσει σε επιπλέον επιθετικότητα της ομάδας του αξιοποιούμενος σε ρόλο ελεύθερο πίσω από έναν «καθαρό» φορ περιοχής.

Θέση και ρόλο που είχε δείξει, κυρίως στην (σαφώς λιγότερο κυριαρχική στο παιχνίδι της σε σχέση με την Λέγκια) Βίσλα πως «είχε».

Θέση και ρόλο που φαίνεται πως μπορεί να υπηρετήσει και στον Παναθηναϊκό. Μετά τα δύο γκολ της πρεμιέρας επί του Απόλλωνα όπου και αγωνίστηκε ως φορ περιοχής, χτες, παίζοντας πίσω από τον Φώτη Ιωαννίδη, είχε συμμετοχή στα τέσσερα από τα πέντε γκολ της επιβλητικής επικράτησης των «πράσινων» επί του Βόλου (πέτυχε τα δύο, έδωσε ασίστ στο τρίτο και κέρδισε το πέναλτι για το τέταρτο).

Με τη λήξη της περασμένης σεζόν διάβαζε και άκουγε πως η προσφορά του είναι αναντίστοιχη με τις απολαβές του και πως βασική επιδίωξη της διοίκησης είναι να βρεθεί τρόπος να αποχωρήσει. Ετοιμάζονταν το «τριφύλλι» για το βασικό στάδιο της καλοκαιρινής του προετοιμασίας στην Ολλανδία και η δημόσια «πράσινη» συζήτηση εκτιμούσε πως οι μέρες του στο club ήταν μετρημένες.

Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς ήταν αυτός που πήγε κόντρα στο ρεύμα. Πρώτα γιατί αντιλήφθηκε – πριν καν την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας – πως είχε έναν καλό, χρήσιμο, αποτελεσματικό επιθετικό στο ρόστερ του, ο οποίος μπορούσε να δώσει λύσεις σε διάφορους ρόλους και με διάφορους τρόπους.

Και αυτό παρότι διαχρονικά ο Σέρβος στις ομάδες του θέλει να έχει χαφ πίσω από τον φορ του (όταν χρησιμοποιεί το 4-2-3-1) εν τούτοις όμως – είτε από ανάγκη λόγω αποτελεσμάτων είτε επειδή ακριβώς αυτή είναι η δουλειά του, να ψάχνει και να βρίσκει λύσεις στο γήπεδο – αποδείχτηκε πως δεν είναι δογματικός.

Τη δεδομένη στιγμή λοιπόν, ούτε ο Λούντκβιστ (τον οποίο περισσότερο… 8,5 τον θεωρεί ο Γιοβάνοβιτς παρά 10 – και λογικά όταν βρει πατήματα ο Σουηδός θα φανεί) ούτε ο Βιγιαφάνιες μπορούσαν να εξυπηρετήσουν λειτουργικά και αποτελεσματικά για το σύνολο τον συγκεκριμένο ρόλο.

Οπότε, την ευκαιρία την πήρε ο – επιθετικός – Καρλίτος, έχοντας και στο παρελθόν ανταποκριθεί στον συγκεκριμένο ρόλο (και τον γουστάρει κιόλας). Πόσο μάλλον όταν μπροστά του έχει έναν καθαρόαιμο φουνταριστό (Ιωαννίδης) που και τον βοηθάει στις κινήσεις του, αλλά και μπορεί να αξιοποιεί το εκτόπισμά του στην περιοχή.

Ανταμοιβή; Το παραγωγικότερο ξεκίνημα της καριέρας του, αφού ποτέ άλλοτε δεν έχει αρχίσει σεζόν σημειώνοντας τέσσερα γκολ σε ισάριθμες αγωνιστικές.

Κερασμένα τα επόμενα

Και κάπως έτσι, κατάφερε – έχοντας και μόνιμα πλέον την οικογένειά του στο πλευρό του – να γυρίσει τελείως και το κλίμα. Ο ίδιος, έτσι κι αλλιώς, μαθημένος στο να μην ασχολείται με την περιρέουσα ατμόσφαιρα, να μην δίνει σημασία σε οτιδήποτε δεν ταιριάζει με τις δικές του επιθυμίες.

Δεν το έκανε ούτε όταν ο πρόεδρος της Βίσλα ήθελε να τον δώσει οπουδήποτε άλλου εκτός από τη Λέγκια. Στύλωσε τα πόδια, ξεκαθάρισε πως θέλει να παίξει στη Λέγκια και πήγε. Δεν ήθελε να φύγει από εκεί, αλλά η αναγκαιότητα για ρευστό υποχρέωσε την διοίκηση της να τον δώσει στην Αλ Ουάχντα το επόμενο καλοκαίρι.

Δεν του άρεσε (παρά τις επταψήφιες απολαβές) και έφυγε στη μέση της σεζόν, επιλέγοντας να έρθει στην Ελλάδα και να χάσει το υπόλοιπο της χρονιάς (της χρονιάς του ξεσπάσματος της πανδημίας…) για να μπορέσει να παίξει ξανά. Όπως ήθελε, σε περιβάλλον που ήθελε, παρότι οι συνθήκες δεν του επέτρεψαν να έχει την οικογένεια του.

Τα περί σουλουπιού, κιλών και αγωνιστικής κατάστασης, του καταλογίζονταν και στην Πολωνία. Χαρακτηριστική η φωτογραφία που είχε κυκλοφορήσει τις ημέρες της μεταγραφής του στην Λέγκια, με τον ίδιο μπροστά σε μια τεράστια πίτσα και με θεόρατα ποτήρια μπύρας στο τραπέζι. Αδεια.

Δεν επηρεάστηκε από τίποτα. Δεν αρνήθηκε και τίποτα. Ισα ίσα που υπεραμύνθηκε της… ανθρώπινης (και όχι μηχανικής) φύσης των ποδοσφαιριστών. «Δεν πρέπει να ξεχνάτε πως είμαστε άνθρωποι. Που θέλουμε να περάσουμε καλά όταν δεν κάνουμε τη δουλειά μας, χωρίς όμως να κάνουμε κακό σε αυτήν. Αλήθεια πιστεύετε πως με ένα κομμάτι πίτσα ή με ένα ποτήρι μπύρα μια στο τόσο, δεν θα μπορούμε να παίξουμε»;

Αυτός είναι. Ετσι είναι. Περίμενε και αυτός και ο Παναθηναϊκός 1,5 χρόνο. Καιρός ήταν να συστηθούν από την αρχή. Πολλαπλό το κέρδος. Και όχι μόνο – εκατέρωθεν – αγωνιστικό, αλλά και πρακτικό για ταξιδιώτες και υποστηρικτές των «πράσινων».

Βλέπετε, στο εστιατόριο των γονιών του στο Αλικάντε, όποιος ακόμη και τώρα πάει και δηλώσει οπαδός είτε της Βίσλα είτε της Λέγκια, έχει κερασμένο από έναν γύρο.

Όπως το πάει φέτος ο Καρλίτος, δεν θα αργήσει η ώρα που στη λίστα των πελατών για κέρασμα, θα προστεθεί και η παναθηναϊκή ταυτότητα.

 

 

 

 

 

πηγή: sport24.gr

Όταν περισσεύει ένας ξένος…

Previous article

Για μετά το ντέρμπι ο Σένκεφελντ

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.