0

Οι Έλληνες διαιτητές και τα παράπονα που εκφράζουν για τον Μαρκ Κλάτενμπεργκ, ξεχνώντας τα όσα έχουν συμβεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μετά την αποχώρηση του Μάνου Σκουλά στα τέλη Οκτώβρη με αιχμές κατά του Μαρκ Κλάτενμπεργκ, τον ίδιο δρόμο με παρόμοιες κατηγορίες κατά του Βρετανού αρχιδιαιτητή ακολούθησε την Πέμπτη, ακόμη ένας Έλληνας ρέφερι, ο Βαγγέλης Γρατσάνης. Είναι κατανοητό, λογικό κι επόμενο, οι γηγενείς διαιτητές να υπερασπίζονται τον κλάδο τους, να ζητούν περισσότερες ευκαιρίες, να θέλουν να σφυρίζουν πιο πολλά σπουδαία παιχνίδια, να γίνουν ξανά ενεργοί και να μην χάνουν εμπειρίες και χρήματα από την έλευση ξένων διαιτητών στις σημαντικές εγχώριες αναμετρήσεις, στα ντέρμπι.

Από την δική τους οπτική γωνία, καλά κάνουν και εξαπολύουν επίθεση στον Κλάτενμπεργκ, από το δικό τους μετερίζι, αυτή είναι η φυσιολογική συμπεριφορά. Πρέπει και οφείλουν να υπερασπίζονται το συνάφι τους, θα το έκανε οποιοσδήποτε επαγγελματικός κλάδος της χώρας. Θεωρούν πως αδικούνται, θεωρούν πως αξίζουν διαφορετικής, καλύτερης αντιμετώπισης. Αν και ίσως θα έπρεπε πρώτα να λύσουν τα δικά τους προβλήματα και στην συνέχεια να στρέφονται κατά δικαίων και αδίκων, αλλά οκ στην Ελλάδα είμαστε, συνήθως φταίνε οι άλλοι, για τις δικές μας αδυναμίες.

Μόνο που υπάρχει και η πραγματικότητα. Μόνο που υπάρχει και η σύγχρονη ελληνική ποδοσφαιρική ιστορία. Η… θρυλική από κάθε άποψη περίοδος 1996-2017, κατά την οποία οι Έλληνες διαιτητές ήταν πρωταγωνιστές σε δεκάδες αλλοιώσεις αποτελεσμάτων, σε αποφάσεις που έκαναν το άσπρο-μαύρο, σε συνθήκες και καταστάσεις, τις οποίες θα μπορούσε να είχε ξεχάσει μόνο ένας λαός με μνήμη χρυσόψαρου. Ναι, προφανώς, υπήρχαν φωτεινές εξαιρέσεις Ελλήνων διαιτητών μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι οποίοι έμπαιναν στο γήπεδο και σφύριζαν αυτό που έβλεπαν. Δεν έκαναν πολιτική, δεν προκαλούσαν οργή στην ποδοσφαιρική Ελλάδα από τα εξόφθαλμα λάθη τους κάθε αγωνιστική. Ήταν, όμως, μία πολύ μικρή μειοψηφία.

Η παγιωμένη κατάσταση που βιώνουν στο σήμερα οι Έλληνες διαιτητές είναι το αποτέλεσμα του παρελθόντος. Τόσο απλά, τόσο ξεκάθαρα. Από μία άποψη ίσως θα έπρεπε να είναι, να νιώθουν και ευτυχισμένοι που οι ξένοι διαιτητές ήρθαν το 2017 και όχι δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα. Η SL1 σίγουρα δεν είναι το καλύτερο πρωτάθλημα στην Ευρώπη αλλά με την έλευση των ξένων και φυσικά με την χρήση του VAR, η κατάσταση έχει βελτιωθεί και δεν θυμίζει σε τίποτα τις πιο μαύρες και σκοτεινές στιγμές του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μόνο εκείνοι που έχασαν την πίτα μέσα από τα χέρια τους, αποκαλούν ειρωνικά ”εξυγίανση” τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες πέντες σεζόν, μόνοι εκείνοι που είχαν μάθει στο ”100-0” δεν μπορούν να αποδεχθούν πως οι εποχές της παντοκρατορίας τελείωσαν οριστικά και αμετάκλητα.

Αν, λοιπόν, οι Έλληνες διαιτητές νιώθουν αδικημένοι που ”έρχονται οι ξένοι και τους παίρνουν τις δουλειές”, βρίσκονται μόνο επτά γράμματα μακριά από το να καταλάβουν γιατί- δικαίως- η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής ποδοσφαιρικής κοινής γνώμης και οι περισσότεροι σύλλογοι, ζητούν και έχουν επιβάλλει τον ορισμό ξένων διαιτητών. Ποια είναι αυτά τα γράμματα; Y O U T U B E. Εκεί, στο χάος αυτής της πλατφόρμας, βρίσκονται όλα εκείνα τα κατορθώματα, όλα εκείνα τα ανδραγαθήματα των συναδέλφων τους. Όρεξη να έχουν, να βλέπουν. Και αν αυτά τους φαίνονται πολύ μακρινά, τα όσα τραγελαφικά έγιναν στα πρόσφατα παιχνίδια του Κυπέλλου που δεν είχαν και VAR, ήταν η καλύτερη υπενθύμιση για το πόσο χαμηλό είναι το ποδοσφαιρικό επίπεδο της ελληνικής διαιτησίας…

 

 

πηγή: gazzetta.gr

Έβανς: «Πιστεύω ότι θα αλλάξει η κατάσταση»

Previous article

Oι σκέψεις για την επίθεση

Next article

You may also like

Comments

Leave a Reply / Αφήστε σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.